Ήταν μόλις 64 ετών. Έδωσε μάχη τα τελευταία χρόνια. Έχασε κι άφησε την Ελλάδα στην «εθνική της μοναξιά».
Ο Δημήτρης Μητροπάνος έφυγε από τη ζωή το πρωί της Τρίτης. Ήσυχα, όπως έζησε, στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Υγεία. «Οξύ πνευμονικό οίδημα» έγραφε το ανακοινωθέν. Ήταν ο επίλογος μιας τεράστιας καριέρας. Μιας ζωή γεμάτη επιτυχίες.
Όλη η Ελλάδα συγκλονίστηκε από την είδηση του θανάτου του. Κανείς δεν ήθελε να το πιστέψει πως σίγησε για πάντα η φωνή του Μητροπάνου. Πως δε θα τραγουδήσει ξανά τη Ρόζα και δε θα χορέψει εκείνο το βαρύ, αυθεντικό ζεϊμπέκικο.
Τώρα όλοι ετοιμάζονται να του πουν το τελευταίο αντίο. Θα το κάνουν στις 14:00 το μεσημέρι της Πέμπτης στο πρώτο νεκροταφείο. Από τις 10:00 το πρωί της ίδιας μέρας, η σορός του θα εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα στο παρεκκλήσι του νεκροταφείου.
Η οικογένειά του ζήτησε αντί στεφάνων να κατατεθούν χρήματα, για το Κέντρο Υποδοχής και Αλληλεγγύης του Δήμου Αθηναίων για τους άστεγους, στο λογαριασμό 064/48000015, στην Εθνική Τράπεζα.
«Αποχαιρετούμε τον ποιητή του Χρόνου και της Ιστορίας, τον ραψωδό της ερημωμένης πατρίδας, της πατρίδας που διαρκώς εξεγείρεται. Αποχαιρετούμε τον διαλεκτικό της επανάστασης και της ήττας, της εξορίας και της επιστροφής, του διωγμού, της προσφυγιάς και της αναζήτησης, της ενσωμάτωσης και της σύγκρουσης. Αποχαιρετούμε τον τραγικό του τέλους του 20ού αιώνα, τον επικό των σπαραγμένων Βαλκανίων, τον λυρικό των ξεριζωμένων λαών. Αποχαιρετούμε τον οραματιστή που ξαναέδειξε γυμνή την Ελλάδα, τον ανατόμο της ιστορικής επιλογής. Αποχαιρετούμε το καθαρό βλέμμα του ριζοσπάστη αισθητικού. Το σώμα του έσβησε εκεί όπου ετάχθη. Η σκέψη και οι εικόνες του ανήκουν στη μνήμη του λαού μας»
Η Ελένη Γερασιμίδου εκ μέρους του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, στην κηδεία του Θ. Αγγελόπουλου
Αποχαιρετώντας το φίλο, το σύντροφο, τον άνθρωπο Δημήτρη Παπαζαφειρόπουλο
Με το Μήτσο υπολόγιζα να γεράσουμε μαζί. Επειδή απλά μαζί ζήσαμε τα σημαντικότερα επεισόδια της ζωής μας. Αφότου αποφάσισε να μάθει γράμματα τα «κοπέλια» του νομού Ηρακλείου, το 1995, βλεπόμαστε αραιότερα από πριν. Τα λέγαμε βέβαια, αλλά σπανίως είχαμε την ευκαιρία να βγάζουμε τα εσώψυχά μας όπως παλιά, να ψυχαναλύουμε ο ένας τον άλλο.
Φανταζόμαστε, λοιπόν, τους εαυτούς ψιλοραμολί σε κανένα μπαρ να τακτοποιούμε αυτές τις εκκρεμότητες, να σκιαγραφούμε την ανασκόπηση του βίου μας, να βάζουμε τις τελευταίες πινελιές στον επίλογό του. Και γελούσαμε.
Ο Μητσάκος όμως μάς την έκανε νωρίς. Κι εγώ τον αποχαιρετώ μόνος με δάκρυα στα μάτια.
Την παραμονή της εκτέλεσής του, ο Νίκος Πλουμπίδης έγραφε στους δικούς του: «Μη λυπάστε, εγώ τώρα θα ησυχάσω. Σας εύχομαι όλων ευτυχία. Ο θάνατος είναι μια αλλαγή της ύλης. Έτσι είναι». Το ξέρω ρε Μήτσο ότι είναι έτσι αλλά είναι πολύ σκληρό, επώδυνο, αβάσταχτο. Δεν χωνεύεται.
Ο Λάκης Σάντας, ο άνθρωπος που μαζί με τον Μανώλη Γλέζο κατέβασε τη χιτλερική σημαία από τον βράχο της Ακρόπολης, άφησε την τελευταία του πνοή. Η ζωή και η πορεία ενός πραγματικού ήρωα.
Έφυγε από τη ζωή το πρωί του Σαββάτου σε ηλικία 89 ετών, ο ήρωας της Εθνικής Αντίστασης Απόστολος Σάντας. Ο Λάκης (Απόστολος) Σάντας γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1922 στην Πάτρα, όπου τότε υπηρετούσε ο πατέρας του ως δημόσιος υπάλληλος. Το 1934, η οικογένεια Σάντα εγκαθίσταται στην Αθήνα. Τελειώνει το γυμνάσιο το 1940 και αμέσως μετά εισάγεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Θα αποφοιτήσει μετά την απελευθέρωση.
“Το βλέμμα μας έπεσε πάνω στη σημαία τους”
Τη νύχτα της 30ής προς 31η Μαΐου 1941, θα κατεβάσει, μαζί με το φίλο του Μανόλη Γλέζο τη χιτλερική σημαία από το βράχο της Ακρόπολης, γράφοντας μια χρυσή σελίδα στην ιστορία της αντίστασης κατά των Γερμανών
Εξιστορώντας το εγχείρημα υποστολής της χιτλερικής σημαίας από τον βράχο της Ακρόπολης στον Ηλία Πετρόπουλο, είχε πει: “Κι έξαφνα ένα δειλινό που ήμαστε στο Ζάππειο και ο ήλιος έγερνε λούζοντας τον ορίζοντα με εκείνα τα χρώματα που μόνο ο αττικός ουρανός έχει, τα μάτια μας γύρισαν στον βράχο της Ακροπόλεως. Μέσα στο υπέροχο φόντο της δύσης σταθήκαμε και κοιτούσαμε. Και τότε… το βλέμμα μας έπεσε πάνω στη σημαία τους που υπερήφανα κυμάτιζε ψηλά-ψηλά και η βαριά σκιά της πλάκωνε καταθλιπτικά όλη την Αθήνα, όλη την αττική γη. Να τι πρέπει να τους κάνομε! Ήρθε η σκέψη σαν σπίθα. Να τους την πάρουμε. Να την γκρεμίσουμε και να την ξεσχίσουμε και να πλύνουμε έτσι τη βρωμιά από τον Ιερό Βράχο. Την είχαν στήσει αυτήν την ίδια την πολεμική τους σημαία οι Ναζί θριαμβευτικά ως τότε στη Βαρσοβία, στη Βιέννη, στην Αμβέρσα, στη Νορβηγία, στο Παρίσι και στο Βελιγράδι και απειλούσαν να τη στήσουν σε όλο τον κόσμο τότε. Μα εδώ είναι Ελλάδα. Είναι η μικρή χώρα που απ’ αυτή ξεπετάχτηκε η φλόγα του Πολιτισμού. Είναι η χώρα που δίνει το παράδειγμα πάντα στις κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας”.
Το 1942 εντάσσεται στο ΕΑΜ και λίγο αργότερα στην ΕΠΟΝ. Το 1943 βγαίνει στο βουνό με τον ΕΛΑΣ. Πήρε μέρος σε αρκετές μάχες στην Αιτωλοακαρνανία, τη Φθιώτιδα και την Αττικοβοιωτία και το 1944 τραυματίστηκε.
Το 1946 εξορίζεται στην Ικαρία. Το 1947 φυλακίζεται στην Ψυττάλεια απ’ όπου το 1948 στέλνεται στην Μακρόνησο. Θα διαφύγει στην Ιταλία και θα ζητήσει πολιτικό άσυλο στον Καναδά, όπου θα ζήσει μέχρι το 1962. Το 1963 επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου και έζησε μέχρι τον θάνατό του.
“Δεν κυνηγάω ποτέ τη δημοσιότητα γιατί θεωρώ ότι έχει εξευτελιστεί το ζήτημα πάρα πολύ. Την αντίσταση δεν την κάναμε μόνο εμείς, έχουν σκοτωθεί χιλιάδες παλικάρια, γυναίκες και άνδρες, ‘ανώνυμοι’” συνήθιζε να λέει.
Η οικογένειά του ευχαριστεί θερμά τον διευθυντή, τους γιατρούς και τους νοσηλευτές του Κέντρου Αναπνευστικής Ανεπάρκειας στη Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας (Μ.Α.Θ.) του νοσοκομείου “Σωτηρία”, που έκαναν ό,τι ήταν δυνατόν για να τον σώσουν.
Ταβέρνα του Σταμάτη, Βυρό Κέρκυρας
Τραγούδι : Μιχάλης Παγκράτης, Χρήστος Χαλικιόπουλος.
Κιθάρα : Χρήστος Χαλικιόπουλος.
Αύγουστος 2008
Mαουτχάουζεν (The Balad of Mauthausen) ονομάστηκε ο κύκλος τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη, τα οποία αποτελούν μελοποίηση -κατά κύριο λόγο- του αφηγηματικού έργου Μαουτχάουζεν του Ιάκωβου Καμπανέλλη, στο οποίο περιγράφεται ο έρωτας δύο κρατουμένων στο ομώνυμο στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ο ποιητής Ιάκωβος Καμπανέλλης φυλακίστηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μαουτχάουζεν. Το 1965 έγραψε τέσσερα ποιήματα που αφορούσαν εκείνη την περίοδο και ζήτησε από τον καλό του φίλο και συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη να τα μελοποιήσει. Ο Θεοδωράκης, ο οποίος είχε φυλακιστεί και ο ίδιος κατή τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής σε γερμανικές και ιταλικές φυλακές, δημιούργησε όμορφες και αξέχαστες μελωδίες που αναδεικνύουν τα συγκινητικά ποιήματα του Καμπανέλλη. Εκείνα τα ποιήματα έγιναν έκτοτε παγκοσμίως γνωστά ως η τριλογία του Μαουτχάουζεν. Η συμβολή της τραγουδίστριας Μαρίας Φαραντούρη ήταν καθοριστική.
Στην αρχική ελληνική έκδοση του έργου, που ηχογραφήθηκε το 1966, περιλαμβάνονται τέσσερα μελοποιημένα ποιήματα του Καμπανέλλη («Άσμα ασμάτων», «Ο Αντώνης», «Ο δραπέτης» και «Όταν τελειώσει ο πόλεμος») καθώς και άλλων ποιητών («Κουράστηκα να σε κρατώ» του Δημήτρη Χριστοδούλου, «Ο ίσκιος έπεσε βαρύς» του Γεράσιμου Σταύρου, «Πήρα τους δρόμους του ουρανού» του Τάσου Λειβαδίτη, και «Στου κόσμου την ανηφοριά», «Το εκκρεμές» και «Τ’ όνειρο καπνός» του Νίκου Γκάτσου). Τραγουδάει η Μαρία Φαραντούρη.
Στην αγγλική/εβραϊκή έκδοση του έργου (“The Mauthausen Cantata”), που ηχογραφήθηκε μεταξύ των ετών 1995 και 1999, περιλαμβάνονται τα τέσσερα μελοποιημένα ποιήματα του Καμπανέλλη σε τρεις γλώσσες: την Ελληνική, την Εβραϊκή και την Αγγλική. Το ύφος των τραγουδιών ποικίλει ανάμεσα στις γλωσσικές αποδόσεις μεταξύ της τζαζ και της κλασικής μουσικής. Τραγουδάνε η Μαρία Φαραντούρη, η Ελινόαρ Μοάβ Βενιάδη και η Νάντια Βάινμπεργκ. Στο τέλος αυτής της έκδοσης περιλαμβάνονται τα λόγια ενός επιζήσαντα από το Ολοκαύτωμα, του Σιμόν Βίσενταλ, ο οποίος ήταν κρατούμενος στο Μαουτχάουζεν.
Κάτσε θάνατε και πες μου
το δικό σου πόνο
Αν αγάπησες ποτέ σου
σ’ άφησαν μια νύχτα μόνο
Αχ τη ζωή αγάπησα
που πήγα να πεθάνω
όλο τη κλέβω τη νυχτιά αμάν αμάν
μα την αυγή τη χάνω
όλο την κλέβω τη νυχτιά βρε αμάν αμάν
μα την αυγή τη χάνω
Στείλε χάρε να χαρείς
κάποιον να με πάρει
αγαπήσαμε την ίδια
μα αυτή δεν μας γουστάρει
Έλα Παναγιά μαζί μας
.
.
“Έφυγε” ο Μανώλης Ρασούλης
Νεκρός βρέθηκε σήμερα το πρωί από φίλους του ο καλλιτέχνης Μανώλης Ρασούλης, στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία του ιατροδικαστή ο θάνατός του είχε προέλθει πριν από τέσσερις ημέρες.
Πολλές φορές ο Ρασούλης διαφώνησε με το λεγόμενο «μουσικό καθεστώς», όπως και με τις δισκογραφικές εταιρείες και δεν δίστασε να αποχωρήσει, εκφράζοντας ελεύθερα τις απόψεις του. Θεωρήθηκε «αιρετικός» και «εκκεντρικός» και τα τελευταία χρόνια σχεδόν αποσύρθηκε από τα καλλιτεχνικά δρώμενα. Ο Μανώλης Ρασούλης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 28 Σεπτεμβρίου 1945.
Γιός ενός χρυσοχόου, στα παιδικά του χρόνια έψαλε στον Πολιούχο ‘Αγιο Μηνά. Σπούδασε κινηματογράφο στην Αθήνα και ξεκίνησε την καλλιτεχνική του πορεία τραγουδώντας ερασιτεχνικά στην Πλάκα, ενώ παράλληλα δούλευε στην εφημερίδα της αριστεράς «Δημοκρατική Αλλαγή».
Στην διάρκεια της δικτατορίας φεύγει για το Λονδίνο, όπου και θα παραμείνει 6 χρόνια. Οργανώνεται στο Τροτσκιστικό κίνημα όπου και γνωρίζεται με την Βανέσα Ρεντγκρεϊβ με την οποία δυο φορές συνεργάστηκε σε πολιτικές παραστάσεις. Στο Λονδίνο έγινε και συνεκδότης της εφημερίδας Σοσιαλιστική Αλλαγή.
Τον Μαϊο του ‘68 πήρε μέρος στην εξέγερση των φοιτητών στο Παρίσι. Λίγο μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου έρχεται στην Ελλάδα και η μεταπολίτευση θα τον βρει εργαζόμενο στα ναυπηγεία του Ανδρεάδη. Τότε είναι που τον καλεί και ο Μάνος Λοϊζος και τραγουδούν μαζί τα «Νέγρικα» με την Μαρία Φαραντούρη.
Η συνεργασία του με το Νίκο Ξυδάκη στα «Δήθεν» είναι που θα τον καθιερώσει ως έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες μουσικούς της γενιάς του, με επιτυχίες όπως «Αχ Ελλάδα», «Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια», « Πότε Βούδας, πότε Κούδας», « Το κοτλέ παντελονάκι», « Τίποτα δεν πάει χαμένο». Τα τραγούδια του έγιναν γνωστά σε Ισραήλ, Τουρκία, Σερβία μέχρι και την μακρινή Ιαπωνία.
Έφυγε ο Γιώργος Νίκας. Συμμαθητής. Φίλος. Συναγωνιστής. Συνδικαλιστής. Μάχιμος καθηγητής στη μέση εκπαίδευση.
Τον αποχαιρετήσαμε σήμερα στις 5 το απόγευμα για τελευταία φορά στο Γ’ νεκροταφείο.
Δίπλα μου και άλλοι, εκτός απο μένα, συμμαθητές του απο το Γυμνάσιο.
Ο Γιώργος ήταν καθηγητής Φυσικής και υποδιευθυντής, στο 11ο Γυμνάσιο Πειραιά. Αυτό το γνώριζα. Δεν γνώριζα όμως πόσο αγαπητός ήταν στους μαθητές του. Ήταν όλοι εκεί. Ο πόνος της απώλειας ήταν φανερός στα προσωπάκια τους. Προσπαθούσε να παρηγορήσει ο ένας τον άλλον. Μαζί και οι γονείς των παιδιών. Βρήκα γνωστούς ανάμεσα στους γονείς (για να αποδειχθεί για μια ακόμη φορά οτι είναι πολύ μικρός ο κόσμος), που μου έλεγαν ότι ο Γιώργος αγαπούσε πολύ τη δουλειά του και με συνέπεια, συνέχεια πρόσφερε. Προσπαθούσε ακόμη και τους τελευταίους μήνες για το σχολείο του και την εκπαίδευση. Μου είπαν ότι παρ’ ότι πολύ αδύναμος, απο την αρρώστια, οργάνωσε επίσκεψη και συνόδευσε τους μαθητές του στον Δημόκριτο. Αργότερα ενώ τον είχαν εγκαταλείψει τελείως οι δυνάμεις του και δεν μπορούσε σχεδόν να σηκωθεί απο την καρέκλα, ζήτησε να τον βοηθήσουν να πάει να επιβλέψει την τοποθέτηση των τζαμιών σε κάτι προθήκες στο εργαστήριο Φυσικής του Γυμνασίου.
Τον Γιώργο, προφανώς, τον αγαπούσε πολύς κόσμος εκτός απο τους συμμαθητές, τους μαθητές και την οικογένεια του. Μόνο έτσι εξηγείτε το μακρύ και πυκνό ποτάμι από ανθρώπους, με έντονο το συναίσθημα της απουσίας σε όλων τα πρόσωπα, που τον συνόδευσε μέχρι την τελευταία του κατοικία. Παρόντες οι συνάδελφοί του καθηγητές και τα μέλη τους ΔΣ της ΕΛΜΕ Πειραιά, που ο Γιώργος ήταν μέλος του ΔΣ. Εκεί ήταν και οι σύντροφοί του απο το ΚΚΕ.
Ήταν η τελευταία του διαδήλωση.
Με τον Γιώργο ήμασταν στο ίδιο τμήμα του 2ου Γυμνασίου Ζωγράφου. Μαζί έξι χρόνια σε κοντινά θρανία. Μαζί και στα διαλείμματα, στις εκδρομές, στο παιχνίδι. Μαζί κατεβήκαμε και στο Πολυτεχνείο το βράδυ της Παρασκευής της 16 Νοέμβρη ξημερώνοντας Σάββατο 17 Νοέμβρη. Στην μεταπολίτευση στο Πανεπιστήμιο αυτός στο Φυσικό εγώ στο Μαθηματικό, οι αίθουσες διδασκαλίας κοντά, συχνάζαμε στα ίδια καφενεία, απέναντι απο το Φυσικείο και εκεί τριγύρω. Αυτός στην ΚΝΕ εγώ στην ΠΠΣΠ. Ποτέ δεν τσακωθήκαμε πέρα από τα αναγκαία πειράγματα. Ακόμη και στους δύσκολους καιρούς.
Μετά χαθήκαμε, αλλά νέα μαθαίναμε με τα πολύ αραιά, είναι αλήθεια, τηλέφωνα που έκανε ο ένας στον άλλον. Έτσι έμαθα ότι παντρεύτηκε και οτι έκανε δύο κόρες. Έβλεπα κατά καιρούς το όνομά του στα διάφορα ψηφοδέλτια των παρατάξεων του ΚΚΕ στον Πειραιά. Ήταν και αυτό μια ενημέρωση μια επικοινωνία…
Βρεθήκαμε μετά απο πολλά χρόνια στις ετήσιες συγκεντρώσεις των συμμαθητών που τις αρχίσαμε πριν κάμποσα χρόνια. Πέρυσι σε μια τέτοια συνάντηση τον πείραζα για την γραμμή του ΚΚΕ.
Πάντα, όμως, όταν μιλάγαμε σοβαρά, καταλήγαμε ότι κάποια στιγμή μαζί θα βρεθούμε πολιτικά.
Δεν προκάμαμε.
Το Επωφελούμενο Κράτος Μέλος και η Τράπεζα της Ελλάδος παραιτούνται με την παρούσα αμετάκλητα και ανεπιφύλακτα από κάθε δικαίωμα ασυλίας που ήδη έχουν ή μπορεί να δικαιούνται σε σχέση με τους ίδιους και τα περιουσιακά τους στοιχεία έναντι δικαστικών ενεργειών σχετικά με την παρούσα Σύμβαση, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά από κάθε δικαίωμα ασυλίας έναντι άσκησης αγωγής, έκδοσης δικαστικής απόφασης ή άλλης διάταξης, κατάσχεσης, εκτέλεσης ή ασφαλιστικού μέτρου και έναντι κάθε εκτέλεσης ή αναγκαστικού μέτρου...