Το επίσημο πόρισμα του ΣΥΡΙΖΑ για το Βατοπέδι

 

 

 

ΘΕΣΕΙΣ  του ΒΟΥΛΕΥΤΗ

του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ της ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ (ΣΥ.ΡΙΖ.Α.)

ΜΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ «ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΠΡΟΑΝΑΚΡΙΤΙΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΚΑΤΑ ΠΡΩΗΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΗ ΤΕΛΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ» 


ΘΟΔΩΡΗ ΔΡΙΤΣΑ 

  

 

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ   Ι

ΠΡΟ – ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Η  Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή «Για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης κατά πρώην Υπουργών για την ενδεχόμενη  τέλεση αδικημάτων σχετικά με την υπόθεση της Μονής Βατοπεδίου», με βάση το Σύνταγμα, τον Κανονισμό της Βουλής, τον Νόμο «Περί Ποινικής Ευθύνης των Υπουργών», τη  σχετική απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής και την απόφαση υπ’ αρ.10324/6848/08.07.2010 του Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων, αλλά και με βάση τις σχετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ήταν από τη σύστασή της επιφορτισμένη να προτείνει προς την Ολομέλεια την άσκηση ή όχι ποινικής δίωξης, περιοριστικά για κάθε έναν από τους ελεγχόμενους πρώην Υπουργούς και Υφυπουργούς, δηλαδή τους κ.κ. Πέτρο Δούκα, Ευάγγελο Μπασιάκο, Αλέξανδρο Κοντό, Γεώργιο Βουλγαράκη και Θεόδωρο Ρουσόπουλο και μόνο γι’ αυτούς.

Η πρόταση αυτή πρέπει να περιγράφεται με πραγματικά γεγονότα, με αναφορά στα συγκεκριμένα αδικήματα, όπως τα ορίζει η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, και να συνοδεύεται  από συγκεκριμένη αναφορά των άρθρων του Π.Κ. τα οποία κατά την κρίση της Επιτροπής παραβίασαν οι ελεγχόμενοι Υπουργοί, και Υφυπουργοί, και με τεκμηρίωση επαρκών ενδείξεων.

Μετά ταύτα, και εφόσον προταθεί – έστω κατά πλειοψηφία – από την Επιτροπή η άσκηση ποινικής δίωξης, αποφασίζει επ’ αυτής της προτάσεως η Ολομέλεια της Βουλής με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών εντός 20 ημερών τουλάχιστον. Εάν η Βουλή ασκήσει δίωξη για όλους ή για κάποιους από τους πιο πάνω ελεγχόμενους Υπουργούς και Υφυπουργούς, συγκροτείται δια κληρώσεως από σχετικό Πίνακα  Δικαστικό Συμβούλιο από δύο (2) μέλη του Σ.τ.Ε. και τρία (3) μέλη του Αρείου Πάγου. Τα μέλη του  Δικαστικού Συμβουλίου ορίζουν ένα (1) από τα πέντε μέλη (Αρεοπαγίτη) ως ανακριτή. Το Δικαστικό Συμβούλιο διεξάγει την προδικασία, δηλαδή την κύρια ανάκριση, η οποία λήγει με την έκδοση βουλεύματος, είτε παραπεμπτικού, με απαγγελία κατηγορίας και παραπομπή στο Ειδικό Δικαστήριο, είτε απαλλακτικού. Πρωτίστως εξετάζει το ενδεχόμενο της άρσης του αξιοποίνου των πράξεων λόγω παραγραφής, εφόσον αυτό δεν το έχει εξετάσει για οιονδήποτε λόγω η Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή Προκαταρκτικής Εξέτασης και δεν έχει αποφανθεί επ’ αυτού η Ολομέλεια.

Το άρθρο 86 του Συντάγματος, τα άρθρα 153 έως 158 του Κανονισμού της Βουλής  και ο  Ν.3126/2003 για την Ποινική Ευθύνη των Υπουργών συγκροτούν το θεσμικό πλαίσιο ελέγχου της ευθύνης των Υπουργών και Υφυπουργών. Αυτό το πλαίσιο, σε συνδυασμό με τα χρόνια και εγγενή στοιχεία της δικομματικής λειτουργίας του ελληνικού πολιτικού συστήματος,  αβίαστα κατά τη γνώμη μου αναδεικνύουν τουλάχιστον τρία παράδοξα, σχεδόν μη αναστρέψιμα υπό το καθεστώς αυτό, γιατί λειτουργούν ταυτόχρονα ως απολύτως συμβατά μεταξύ τους, αν και φαινομενικά ασύμβατα.

α. Η σκοπιμότητα του κομματικού ανταγωνισμού και της κομματικής ιδιοτέλειας διεισδύει καταλυτικά στην ποινική διερεύνηση και την καθιστά κατ’ επίφαση δικαστική.

β. Οι ελεγχόμενοι Υπουργοί και Υφυπουργοί, κατά πλήρη καταρράκωση των αρχών είτε του τεκμηρίου αθωότητας είτε της ισονομίας της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Συντάγματος («Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου»), καθίστανται κατά περίπτωση είτε οιωνοί ένοχοι είτε οιωνοί αθώοι, ανάλογα με την κομματική και πολιτική προέλευση των κατηγόρων ή των υπερασπιστών αντίστοιχα, όχι μόνο πριν καταδικαστούν, αλλά και πριν καν ασκηθεί εναντίον τους ποινική δίωξη.

γ. Το τρίτο παράδοξο, απολύτως συμβατό – ισχυρίζομαι – με τα δύο προηγούμενα είναι ότι διατελέσαντες Υπουργοί και υφυπουργοί μπορεί μεν να διασυρθούν, όμως σχεδόν ουδέποτε να δικαστούν. Ούτε η νέμεση ούτε η κάθαρση, ούτε η δικαίωση, και βέβαια ούτε η αλήθεια χωρούν σε αυτό το πλαίσιο.

Από την προεισαγωγική λοιπόν παρουσίαση των αξιολογήσεών μου οφείλω να αναδείξω ως πρώτη συμπερασματικού-πορισματικού χαρακτήρα διαπίστωση ότι η υποκατάσταση στο στάδιο της προανάκρισης και της άσκησης ποινικής δίωξης του φυσικού δικαστή από την εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία, μαζί με τα άκρως περιοριστικά χρονικά πλαίσια της παραγραφής, υψώνουν πολλαπλά (πρακτικά και νομικά) ανυπέρβλητα σχεδόν εμπόδια πραγματικής δικαστικής διερεύνησης, ακόμα κι αν οι βουλευτές – μέλη της Επιτροπής «προκαταρκτικής εξέτασης» επιδιώκουν να ανταποκριθούν ενσυνείδητα στην αποστολή που τους ανέθεσε η Ολομέλεια της Βουλής.

Μια διαφορετικού προσανατολισμού πολιτική βούληση θα μπορούσε ενδεχομένως να εξισορροπήσει ή και να ανατρέψει τις συνέπειες αυτών των προεκτεθέντων εγγενών παραδόξων του καθιδρυμένου θεσμικού πλαισίου. Αυτή όμως δεν υπάρχει στην ελληνική δημοκρατία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της Ν.Δ.
 
 
.  /  . 
 

 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Η Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για την υπόθεση Βατοπεδίου συστάθηκε την 8η Ιουλίου 2010 με προβλεφθείσα καταληκτική ημερομηνία την 30ή Σεπτεμβρίου 2010. Συνεδρίασε για πρώτη φορά την 9η Ιουλίου 2010 για την εκλογή του Προεδρείου. Η πρώτη επί της ουσίας συνεδρίαση έγινε τη 14η Ιουλίου 2010 υπό την Προεδρία του εκλεγέντος βουλευτή της πλειοψηφίας κ.Εμμανουήλ Όθωνα. Μεσολάβησε το διάστημα του μηνός Αυγούστου, κατά το οποίο η Βουλή παρέμεινε κλειστή, η αποχώρηση των τριών βουλευτών της Ν.Δ. στη συνεδρίαση της 31ης Αυγούστου 2010, η ανάληψη καθηκόντων Υφυπουργού Προστασίας του Πολίτη από τον Πρόεδρο της Επιτροπής  και η αντικατάστασή του με την εκλογή ως νέου Προέδρου της Επιτροπής του βουλευτή της πλειοψηφίας κ.Δημητρίου Τσιρώνη στη συνεδρίαση της 9ης Σεπτεμβρίου. Η τελευταία επί της ουσίας συνεδρίαση της Επιτροπής έγινε την 1η Οκτωβρίου 2010. Σε αυτήν αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία, με βάση τη γνώμη μόνο των βουλευτών του ΠΑ.ΣΟ.Κ., να ζητηθεί από τη Βουλή παράταση των εργασιών μέχρι την 15η Οκτωβρίου 2010. Αντιθέτως τρεις βουλευτές, μέλη της Επιτροπής, οι κ.κ. Αντ.Σκυλάκος (Κ.Κ.Ε.), Αθ.Πλεύρης (ΛΑ.Ο.Σ.) και Θεόδ. Δρίτσας (ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) ζήτησαν την παράταση των εργασιών μέχρι την 30ή Νοεμβρίου 2010.

Η πρόταση της πλειοψηφίας έγινε δεκτή  επίσης κατά πλειοψηφία από τη Διάσκεψη των Προέδρων και εν συνεχεία επικυρώθηκε από την Ολομέλεια της Βουλής. Κατ’ εφαρμογή της παραπάνω απόφασης η Επιτροπή συνήλθε εκ νέου την Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010, με θέμα «Συζήτηση και ψήφιση του Πορίσματος της Επιτροπής», και για τεχνικούς λόγους μετέθεσε την καταληκτική αυτή ημερομηνία για τη Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010.

Στη συνεδρίαση της 15ης Οκτωβρίου 2010 οι τρεις προαναφερθέντες βουλευτές της μειοψηφίας επανέφεραν την πρόταση παράτασης των εργασιών της Επιτροπής μέχρι την 30ή Νοεμβρίου 2010, πλην όμως η πλειοψηφία επέμεινε στην άποψή της.

Για την αξιολόγηση της παρασχεθείσας ή όχι δυνατότητας στην Επιτροπή να ολοκληρώσει το έργο της είναι πολύ χρήσιμες οι επισημάνσεις που περιλαμβάνονται στην από 12.10.2010 επιστολή του Προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., κ.Αλέξη Τσίπρα, προς τον Πρόεδρο της Βουλής κ.Φίλιππο Πετσάλινικο, η οποία όμως δεν έτυχε ανταπόκρισης και δεν προκάλεσε την προσδοκόμενη και αιτούμενη αναγκαία παράταση. Παραθέτουμε προς τούτο το περιεχόμενο της επιστολής αυτής:

 

 

ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

Αθήνα, 12 Οκτωβρίου 2010

Προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων
κ. Φίλιππο Πετσάλνικο
 
 
 
 

 

ΕΠΕΙΓΟΝ

Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε,

Όπως είναι γνωστό οι εργασίες της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής «ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΚΑΤΑ ΠΡΩΗΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΗ ΤΕΛΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ» έχουν ήδη ολοκληρωθεί και έχει ορισθεί, μετά από δεκαπενθήμερη παράταση, καταληκτική συνεδρίαση την Παρασκευή, 15/10/2010, για την έκδοση Πορίσματος. Είναι, επίσης, γνωστό ότι με την απόφαση παράτασης μόνο μέχρι τις 15/10/2010 διαφώνησαν τουλάχιστον 3 μέλη της Επιτροπής, οι βουλευτές κ. Α. Σκυλλάκος από το Κ.Κ.Ε., κ. Α. Πλεύρης από το ΛΑ.Ο.Σ. και κ. Θ. Δρίτσας από το ΣΥ.ΡΙΖ.Α., οι οποίοι ζήτησαν να ορισθεί ως καταληκτική ημερομηνία η 30η Νοεμβρίου 2010.

Με βάση την υπεύθυνη ενημέρωση που έχει η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ πιστεύω, κύριε Πρόεδρε, ότι τα προβαλλόμενα επιχειρήματα είναι σοβαρά και βάσιμα.

  1. Σημαντικός αριθμός εγγράφων και στοιχείων δεν έχει ακόμα παραληφθεί από την Επιτροπή. Αφορούν στη νέα εκτίμηση της αξίας των ανταλλαγέντων ακινήτων, στην κίνηση τραπεζικών λογαριασμών, στη συμμετοχή εξωχώριων και άλλων επιχειρήσεων άμεσα ή έμμεσα στις ανταλλαγές, σε διαχειριστικούς ελέγχους επιτροπών του Υπουργείου Οικονομικών, κ.ά. Κανείς δε μπορεί να προδικάσει ότι αυτά τα στοιχεία θα φωτίσουν περισσότερο την εξεταζόμενη υπόθεση αλλά και κανείς δε μπορεί να το αποκλείσει. Η εξέταση από τη Βουλή υπόθεσης που έχει συγκλονίσει την ελληνική κοινωνία και την παγκόσμια κοινή γνώμη δεν πρέπει να  μείνει ανολοκλήρωτη, ούτε καν να μείνει η σκιά ότι συνέβη κάτι τέτοιο.
  2. Η έκδοση πορίσματος εν μέσω της προεκλογικής περιόδου των αυτοδιοικητικών εκλογών και της έντασης του πολιτικού ανταγωνισμού αφήνει ελεύθερο πεδίο για τον εξ αντικειμένου κλονισμό της αξιοπιστίας του έργου της Επιτροπής, ανεξάρτητα από την ποιότητα της τεκμηρίωσης των πορισματικών θέσεων. Αφήνει επίσης ελεύθερο πεδίο σε πολλαπλών προελεύσεων ιδιοτελείς σκοπιμότητες, κομματικές και άλλες. Μία ήδη οριακά αξιόπιστη θεσμική διαδικασία ανάδειξης της αλήθειας και ελέγχου της ευθύνης Υπουργών, είναι βέβαιο ότι με αυτό τον τρόπο θα απαξιωθεί πλήρως και η ελληνική κοινωνία είναι φυσικό τότε να βγάλει τα δικά της συμπεράσματα. Η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ και εγώ προσωπικά επιθυμούμε να εξαντληθεί κάθε δυνατότητα ώστε να αποτραπεί κάθε τέτοιο ενδεχόμενο.

 

Κύριε Πρόεδρε,

για αυτούς τους δύο παραπάνω σοβαρότατους, κατά τη γνώμη μου λόγους, σας ζητώ να αναλάβετε στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων σας και επί τη βάσει των διατάξεων του Κανονισμού της Βουλής τις αναγκαίες πρωτοβουλίες επαναφοράς, επανεξέτασης και αποδοχής της πρότασης να παραταθούν οι εργασίες της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για την υπόθεση του Βατοπεδίου μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 2010.

 

Με εκτίμηση,

Αλέξης Τσίπρας

Βουλευτής Α΄ Αθηνών
Πρόεδρος Κοινοβουλευτικής Ομάδας ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

 

 

 

Για τόσο κρίσιμα ζητήματα και με τόσα στοιχεία σε εκκρεμότητες, ο χρόνος διεξαγωγής των εργασιών της Επιτροπής  απεδείχθη καταφανώς ανεπαρκής.

Ιδιαίτερα δε οι προς διερεύνηση πτυχές που αφορούν σε τραπεζικές συναλλαγές υπ’ αυτές τις συνθήκες αναγκαστικά ερευνήθηκαν πλημμελέστατα από την Επιτροπή,  είτε γιατί εκκρεμεί ακόμα πληθώρα διαχειριστικών ελέγχων από τις επιτροπές που έχει συστήσει το Υπουργείο, είτε γιατί δεν κατέστη δυνατή η ουσιώδης συνδρομή από τις δικαστικές αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, είτε για διάφορους άλλους λόγους, κυριότερος των οποίων είναι η καθυστέρηση παραγγελίας νέας πραγματογνωμοσύνης για τον προσδιορισμό της αξίας των ανταλλαγέντων ακινήτων.

.  /  .

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

ΟΚΤΩ  ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΕΝ ΚΑΤΟΙΚΕΙ ΕΔΩ!

1. Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο (Σύνταγμα, Κανονισμός της Βουλής, Νόμος για την Ποινική Ευθύνη των Υπουργών) αναθέτει σε βουλευτές προανακριτικά καθήκοντα, υποκαθιστά δηλ. τον φυσικό δικαστή. Αυτές οι ρυθμίσεις λειτουργούν, αν όχι απαγορευτικά, τουλάχιστον στρεβλωτικά στην αναζήτηση της αλήθειας. Οι ελεγχόμενοι Υπουργοί και Υφυπουργοί ενώ διασύρονται, ταυτοχρόνως προστατεύονται σε σύγκριση με τον ανάλογο δικαστικό έλεγχο ο οποίος προβλέπεται για τους πολίτες. Παρά τη θεωρητική ορθότητα του στόχου της προστασίας του πολιτικού κόσμου από εκβιασμούς, ιδιαίτερα από ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, με το ισχύον πλαίσιο ούτε ο στόχος επιτυγχάνεται ούτε όλοι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Αυτή η υποκατάσταση του φυσικού δικαστή από το Κοινοβούλιο οδηγείται στην πράξη σε ακόμα πιο ακραία εκδοχή. Στην υποκατάστασή του από το πολιτικό κόμμα που πλειοψηφεί! 

2. Το ίδιο θεσμικό πλαίσιο περιορίζει και σχεδόν μηδενίζει προνομιακά για τους ελεγχόμενους τα χρονικά όρια της παραγραφής. Υπό το καθεστώς της σύντομης αυτής παραγραφής, στις περισσότερες των εξεταζόμενων περιπτώσεων η ολοκλήρωση της δικαστικής διερεύνησης είναι απολύτως αδύνατη. Στην υπόθεση του Βατοπεδίου, ως προς το τεράστιας σημασίας αυτό ζήτημα, κυριαρχεί η υποκρισία. Κανείς από τους ελεγχόμενους, οιονεί κατηγορούμενους, Υπουργούς και Υφυπουργούς δεν έθεσε θέμα παραγραφής. Δικαίωμά τους βέβαια, αλλά αν το έθετε η Επιτροπή, η διερεύνηση της υπόθεσης θα σταματούσε εκεί.

Και όμως! Η παραγραφή είναι γεγονός. Την εξασφαλίζει η δικομματική συνταγματική ρύθμιση. Την επιτάχυνε όμως και την εξασφάλισε η πρόωρη διάλυση της Βουλής και η κήρυξη εκλογών που αποφάσισε ο κ.Καραμανλής. Ασπίδα προστασίας εγγυημένη και για τον ίδιο και για τους Υπουργούς. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ανέξοδα πέρασε στην επίθεση. Έξω οι Δρυς και Φωτιάδης, μέσα – αλλά με παραγραφή – οι Υπουργοί της Ν.Δ. Ευθύνη ανεύθυνων Υπουργών και Υφυπουργών. Κοροϊδία!

3. Δεν υπάρχει καμία δημοκρατική παράδοση αυτονόητης, εθιμικής έστω, υποχρέωσης Υπουργών και Υφυπουργών να αποδεχτούν τον έλεγχο για πράξεις ή παραλείψεις που ενδεχομένως ζημίωσαν το δημόσιο συμφέρον. Δεν πρόκειται για άσκηση δικαιωμάτων που έχουν  και πρέπει να έχουν οι κατηγορούμενοι. Ούτε για την ισχύ του τεκμηρίου αθωότητας. Πρόκειται για την αποδοχή μιας ιδιότυπης και επικίνδυνης νομικής υπερπροστασίας. Η φράση «είμαι αθώος, αλλά θέλω να δικαστώ για να υπερασπιστώ την αθωότητά μου», δεν ακούγεται σχεδόν ποτέ από πολιτικά πρόσωπα. Στην υπόθεση του Βατοπεδίου μάλιστα, οι ελεγχόμενοι Υπουργοί και Υφυπουργοί τόσο των κυβερνήσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. όσο και αυτών της Ν.Δ. κατασκευάζουν και  υπερασπίζονται μια ακραία δημοσιοϋπαλληλική έννοια της ευθύνης, ισχυριζόμενοι μάλιστα ότι η πολιτική αμφισβήτηση εισηγήσεων και γνωμοδοτήσεων της διοίκησης περίπου συνιστά αδίκημα!!!

            Η αναφορά στην παραπάνω, όπως εκτέθηκε συνοπτικά, απουσία δημοκρατικής παράδοσης αποδοχής ελέγχου, όχι μόνο εμποδίζει την αναζήτηση της αλήθειας, αλλά κινείται και σε αντίθεση με το πνεύμα της παραγράφου 5 του άρθρου 86 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ότι:

«5. Αν για οποιαδήποτε άλλο λόγο, στον οποίο περιλαμβάνεται και η παραγραφή, δεν περατωθεί η διαδικασία που αφορά δίωξη κατά προσώπου που είναι ή διετέλεσε μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός, η Βουλή μπορεί, ύστερα από αίτηση του ίδιου ή των κληρονόμων του, να συστήσει ειδική επιτροπή στην οποία  μπορούν να μετέχουν και ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί για τον έλεγχο της κατηγορίας.»

4. Είναι αδύνατον να προσεγγίσει κανείς συνεκτικά και ορθολογικά τον έλεγχο της υπόθεσης του Βατοπεδίου και της ενδεχόμενης τέλεσης αδικημάτων από πρώην Υπουργούς και Υφυπουργούς, χωρίς στον έλεγχο αυτό να υπόκεινται ισότιμα οι ασκήσαντες κυβερνητικό έργο Υπουργοί και Υφυπουργοί των κυβερνήσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ., τουλάχιστον δηλαδή οι κ.κ.Γεώργιος Δρυς και Απόστολος Φωτιάδης. Η σκανδαλώδης επιλογή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. να τους προφυλάξει από τον έλεγχο και να τους εξαιρέσει δε συνιστά μόνο μια προκλητικά άδικη και υποκριτική επιλογή συγκάλυψης ευθυνών, αλλά υπονομεύει και την αξιοπιστία της διερεύνησης των Υπουργών και Υφυπουργών της Ν.Δ.. Όχι μόνο γιατί έτσι δεν λειτουργεί η αρχή της ισοτιμίας και της ισονομίας, όχι μόνο  γιατί αποκρύπτονται με αυτήν την επιλεκτική σκοπιμότητα οι διαχρονικές και βαθύτερες αιτίες της κατεστημένης, και τυπικά νομιμοποιημένης, ανομίας του δικομματικού πολιτικού συστήματος και μένει ανοικτό μόνο το πεδίο διερεύνησης ενδεχομένως της αποσπασματικής προσωπικής ευθύνης, αλλά και γιατί έτσι πολυδιασπάται η στοιχειώδης συνοχή της εξεταζόμενης υπόθεσης. Διασπάται η συνοχή τόσο ως προς τη συνέχεια και την αλληλεξάρτηση των πραγματικών γεγονότων, συμβάντων και περιστατικών όσο κυρίως ως προς την λογική συνάφεια και τη νομική ερμηνεία, όρο απαραίτητο και καθοριστικό για την εξαγωγή συνεκτικών και μη αντιφατικών συμπερασμάτων.

5. Η αδυναμία των δύο προηγούμενων Εξεταστικών Επιτροπών, όσο και αυτής της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής «για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης» να αναζητήσει με αντικειμενική μέθοδο το ύψος της ζημίας του Δημοσίου. Για την αδυναμία αυτή βέβαια δεν ευθύνονται μόνο οι Επιτροπές και τα μέλη τους. Το Σ.Δ.Ο.Ε., το Σ.Ο.Ε. και άλλες κρατικές ή εποπτευόμενες από το κράτος υπηρεσίες  και σώματα προέβησαν σε εκτιμήσεις που δεν μπορούσαν να οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα. Επικαλούντο γι’ αυτό τα νομοθετημένα όρια της αρμοδιότητά τους ή τους διεθνείς κανόνες και κώδικες.

            Σε καμιά από τις πολλές εκατοντάδες σελίδες εκτιμήσεων και επανεκτιμήσεων δεν προκύπτει επαρκής και συγκριτική αξιολόγηση της αξίας των ανταλλαγέντων ακινήτων. Άλλοι φορείς εκτιμούν επί τη βάσει της αντικειμενικής αξίας και μόνο, άλλοι μόνο της εμπορικής ή των αξιών που αναφέρουν τα συνταγμένα συμβόλαια.

Στις συζητήσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια των εργασιών της Επιτροπής τόσο μεταξύ των μελών της βουλευτών, όσο και κατά την εξέταση αρμοδίων μαρτύρων, όπως ο κ.Δημ.Γεωργακόπουλος, Γενικός Γραμματέας Υπουργείου Οικονομικών ή ο καθηγητής κ.Ιωάννης Μουρμούρας, Πρόεδρος του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, αρκετοί από τους βουλευτές  διατυπώσαμε την άποψη πως μόνο με μία πλήρη συνεκτική συγκριτική αξιολόγηση αντικειμενικών και αγοραίων αξιών και μάλιστα κατά συγκεκριμένα χρονικά στάδια (πριν την ανταλλαγή, κατά το χρόνο σύναψης των συμβολαίων και κατά τον τρέχοντα παρόντα χρόνο), αλλά επίσης λαμβάνοντας υπόψη και τα ιδιαίτερα νομικά και άλλα βάρη ή χαρακτηριστικά ως προς την χρήση τού κάθε ανταλλαγέντος ακινήτου και της κάθε ανταλλαγείσας έκτασης (κοινόχρηστη, προστατευόμενου φυσικού κάλους, δάσος κλπ), μόνο – επαναλαμβάνω – με μία τέτοια συνεκτική συγκριτική αξιολόγηση θα μπορέσουν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Ουδείς αποφάνθηκε αρνητικά ως προς την ανάγκη, αλλά και κανένας φορέας ή υπηρεσία ή σώμα δεν παρουσιαζόταν πρόθυμο ή ικανό να αναλάβει τέτοια αποστολή.  Πλην όμως υπήρξε και διπλή ολιγωρία. Η μεν πλειοψηφία των μελών της Επιτροπής, βουλευτών του ΠΑ.ΣΟ.Κ., υποβάθμισε την ανάγκη αναζήτησης μιας τέτοιας δυνατότητας με το επιχείρημα ότι η ζημία είναι δεδομένη, οι δε βουλευτές της Ν.Δ.-μέλη της Επιτροπής αποχώρησαν και αποδυνάμωσαν την προσπάθεια των υπόλοιπων βουλευτών της μειοψηφίας (Κ.Κ.Ε., ΛΑ.Ο.Σ., ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) που πίεζαν για την εξεύρεση μιας λύσης, έστω και εάν αυτή ήταν δύσκολη. Ένα ζήτημα δηλαδή που ετέθη από την πρώτη συνεδρίαση της Επιτροπής βρήκε τη λύση του με τις νέες αναθέσεις σχεδόν λίγο πριν λήξουν οι εργασίες της και  πάλι μάλλον με την ίδια αβέβαιη μεθοδολογία. Εδώ πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι η σαφής, πλήρης, συνεκτική και συγκριτική μέθοδος εκτίμησης της πραγματικής αξίας των ανταλλαγέντων δεν απαιτείται μόνο ή τόσο για την κάλυψη κατά τον Ποινικό Κώδικα της ανάγκης χαρακτηρισμού αδικημάτων ως πλημμελήματα ή κακουργήματα, όσο και για τη διερεύνηση της ύπαρξης ή όχι ενός συστηματικού και μελετημένου σχεδίου παράνομου πλουτισμού από ένα δίκτυο συμφερόντων με πολλά πλοκάμια. Γι’ αυτό και η προσπάθεια της Ν.Δ. να ισχυριστεί ότι δεν υπάρχει ζημία και να αξιοποιήσει τις πρωτοβουλίες του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι παραπλανητική.

Είναι δηλαδή σαφώς διακριτής τάξης, ποιότητας και μεγέθους ζήτημα αν άνοιξαν οι Υπουργοί και οι Υφυπουργοί με τις αποφάσεις τους έναν απίστευτο «χορό» εκατομμυρίων, και  αυτό ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή όχι γνώσεως και δόλου  ή αν ενέχονται μόνο για μια σειρά ευνοϊκών  και χαριστικών ρυθμίσεων, από τις οποίες η Μονή ωφελήθηκε και το Δημόσιο υπέστη ζημία άνω των 15.000 ευρώ που προβλέπει ο Ποινικός Κώδικας για να χαρακτηριστεί το ενδεχόμενο αδίκημα ως κακούργημα. Αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα – και ας μην είναι νομικός – ότι στις δύο διακριτές εκδοχές διαφορετικά αξιολογούνται τουλάχιστον οι έννοιες της παράλειψης ή ακόμα και του δόλου. Όσο δηλαδή είναι ρηχό και σκόπιμα κατασκευασμένο το επιχείρημα της Ν.Δ. ότι δεν υπέστη ζημία το Δημόσιο επειδή δεν έχει τεκμηριωθεί κάτι τέτοια με σαφή τρόπο από το Σ.Ο.Ε.,  άλλο τόσο είναι σκόπιμα κατασκευασμένο και το επιχείρημα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ότι η κατά το δυνατόν ακριβέστερη αξιολόγηση της ζημιάς δεν απαιτείται.

Και οι δύο στάσεις ενισχύουν τα εμπόδια για την ανάδειξη της αλήθειας και αλληλοτροφοδοτούν ερήμην της το δικομματικό καυγά που συγκαλύπτει την ουσία.

6. Η αποχώρηση των τριών βουλευτών της Ν.Δ., μελών της Επιτροπής, από τις εργασίες της ήταν επίσης μια σκόπιμη κίνηση που εμπόδισε την αναζήτηση της αλήθειας και αντίθετα βοήθησε τις διαδικασίες συγκάλυψης και ατελούς διερεύνησης. Τόσο η αναγκαία παράταση του χρόνου των εργασιών της Επιτροπής όσο και η συστηματικότερη αναζήτηση της αξιόπιστης μεθόδου εκτίμησης της ζημίας του Δημοσίου, αλλά και άλλα σημαντικά ζητήματα θα είχαν τεθεί σε άλλη βάση και σαφώς θα είχαν αποσαφηνίσει περισσότερο σοβαρά εκκρεμή θέματα.

            Η Ν.Δ. όμως επέλεξε προσχηματικά τον εξωθεσμικό στρουθοκαμηλισμό που της επιτρέπει σήμερα να θολώνει τα νερά και να οργανώνει επιθετικά τη συγκάλυψη, επικαλούμενη επιλεκτικά μόνο τα αμαρτήματα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ή τις ελλείψεις της Προκαταρκτικής Εξέτασης στις οποίες συνετέλεσε τα μέγιστα.

Η αποχώρηση αυτή  ήταν ένα μελετημένο στρατήγημα για να μη διερευνηθεί η αλήθεια.

7. Ο διαχειριστικός έλεγχος που δεν έγινε ( ή που δεν επιτρεπόταν να γίνει) στα βιβλία της Μονής, ο διαχειριστικός έλεγχος που ελάχιστα προχώρησε σε βάθος στις συναλλαγές της Μονής στην Ελλάδα και στην Κύπρο με επιχειρηματίες, τράπεζες και εξωχώριες εταιρείες, αποτελούν μια ακόμα αιτία για την πλημμελή αναζήτηση της αλήθειας.

Η πρόοδος στο πεδίο αυτό, σε σύγκριση με όσα είχαν προχωρήσει την περίοδο της δεύτερης Εξεταστικής Επιτροπής, είναι ελάχιστη τόσο από τις Επιτροπές του Υπουργείου Οικονομικών όσο κυρίως από τους αναμενόμενους ελέγχους στην Κύπρο, όπου και συναντήσαμε ως μέλη της  Επιτροπής τη μεγαλύτερη δυσκολία προόδου της έρευνας. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους τρεις επιχειρηματίες που οι επιχειρήσεις τους έχουν έδρα την Κύπρο, εμπλέκονται σε αδιευκρίνιστες συναλλαγές με τη Μονή και άλλες ελεγχόμενες εταιρείες στην Ελλάδα και εκλήθησαν ως ουσιώδεις μάρτυρες, μόνο ένας προσήλθε, όχι αυτοπροσώπως, αλλά δια  πληρεξουσίου δικηγόρου και αρνήθηκε να καταθέσει επικαλούμενος νόμιμη αιτία. Οι άλλοι δύο «δεν ανευρέθησαν»!

8. Το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, όπως το συντηρούν και το εκπροσωπούν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και η Ν.Δ. στην εποχή της ηγεμονίας του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και των «ελεύθερων αγορών», έχει αλλοιώσει κυριολεκτικά το περιεχόμενο της ευθύνης των Υπουργών, αλλά και του δημοσίου συμφέροντος.

            Η προμελετημένη συνήθως τυπική νομιμότητα, η οποία μάλιστα διαμορφώνεται και μεταμορφώνεται διαρκώς επί τη βάσει  και μόνο των επιλογών της εκάστοτε πλειοψηφίας, αποτελεί το επιχείρημα της εξάντλησης των ορίων «ευθύνης των Υπουργών».

            Η επίκληση της «ανάπτυξης» αποκλειστικά σχεδόν μέσω της ανεμπόδιστης ή καλύτερα της ενθάρρυνσης και διευκόλυνσης της ελεύθερης κίνησης των ιδιωτικών κεφαλαίων θεωρείται «δημόσιο συμφέρον».

            Στην υπόθεση του Βατοπεδίου και οι δύο αυτές νεοφιλελεύθερης κοπής κυνικές προσεγγίσεις κυριαρχούν. Όλο αυτό το πλέγμα απαξίωσης της ουσίας της Δημοκρατίας και ευτελισμού βασικών πυλώνων της δημοκρατικής πολιτείας, συνέθεσε το πεδίο «νομιμότητας» Υπουργών, Υφυπουργών, μοναχών, επιχειρηματιών, τραπεζών και υπηρεσιακών παραγόντων στην υπόθεση του Βατοπεδίου.

Στη σύγχρονη Ελλάδα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της Ν.Δ., η μόνη σταθερή θεσμική αντίσταση σ’ αυτόν το εκφυλισμό εκδηλώνεται χρόνια τώρα, ειδικά στα ζητήματα της προστασίας του περιβάλλοντος, από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Γι’ αυτό και ενοχλεί, και μεθοδεύεται η παράκαμψή του. Ειδικά το Σ.τ.Ε. είναι ο μόνος στην Ελλάδα θεσμικός οργανισμός που επιμένει να αναζητά στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος σταθερά και απαραβίαστα χαρακτηριστικά διαρκούς κοινωνικού οφέλους, και γι’ αυτό αμφισβητεί το δικαίωμα οποιασδήποτε Κυβέρνησης ή κρατικού οργάνου να τη θεωρεί ιδιοκτησία του.

Αυτή η παρακμή της Δημοκρατίας έκανε έντονα αισθητή την παρουσία της στην αναζήτηση της αλήθειας στο πλαίσιο των εργασιών της Επιτροπής και την εμπόδισε.

 

ΕΠΙΜΥΘΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΟΙΚΕΙ ΕΔΩ

            Ως επιμύθιο αυτής αναφοράς στους οκτώ παραπάνω λόγους που εμπόδισαν την αλήθεια στην Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για την υπόθεση Βατοπεδίου, αξίζει να συμπεριληφθεί το παρακάτω κείμενο ενός  «υπεράνω πάσης υποψίας» δημοσιογράφου, του κ.Πάσχου Μανδραβέλη, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ημερησία» στις 5.12.2008, με τίτλο «Τι δεν θα μάθουμε για τα σκάνδαλα»

«Είναι πολλά αυτά που δεν θα μάθουμε από το εσπευσμένο κλείσιμο της εξεταστικής επιτροπής για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου. Καταρχήν δεν θα μάθουμε πού πήγαν τα λεφτά. Αν και σε υποθέσεις οικονομικού εγκλήματος βασικός κανόνας των διωκτικών αρχών όλου του κόσμου είναι το «ακολούθησε τα λεφτά», στην υπόθεση του Βατοπεδίου η κοινοβουλευτική πλειοψηφία μάλλον αδιαφορεί για τα εκατό και πλέον εκατομμύρια ευρώ που κατέληξαν σε άγνωστους παραλήπτες. Αλλά πάλι, γιατί να ενδιαφερθούν οι βουλευτές της Ν.Δ.; Δικά τους ήταν;

Δεν θα μάθουμε (τουλάχιστον επισήμως) το χρυσό μυστικό της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα. Δεν θα καταλάβουμε δηλαδή πώς γίνεται το ίδιο κράτος να κάνει τρία χρόνια για να δώσει μια σύνταξη, κατάφερε σε δύο χρόνια να δώσει 260 ακίνητα-φιλέτα δημόσιας γης. Δεν θα μάθουμε πώς αποχαρακτηρίζονται ταχύτατα δασικές εκτάσεις και αρχαιολογικοί χώροι, πώς η λιμνοθάλασσα γίνεται λίμνη και η λίμνη μεταμορφώνεται σε μεζονέτες με θέα καθ’ άπασα την επικράτεια. Δεν θα μάθουμε «πώς γίνονται οι δουλειές, πηγαίνοντας σε ένα υπουργό», όπως δήλωσε εις εκ των μοναχών στην εξεταστική επιτροπή. Δεν θα μάθουμε σε τι χρειάζονται οι υπουργοί, όταν (όπως είπε ο κ. Δούκας) απλώς υπογράφουν τις γνωμοδοτήσεις των υπηρεσιακών παραγόντων. Διότι αν οι υπουργοί, ακόμη και σε τέτοιες καραμπινάτες περιπτώσεις, δεν ελέγχουν πού βάζουν την υπογραφή τους, τότε αποτελούν ένα περιττό γραφειοκρατικό γρανάζι του μηχανισμού και μάλιστα πολυέξοδο.

Πιθανότατα δεν θα μάθουμε πώς λειτουργούσαν οι ύποπτες παρέες της Θεσσαλονίκης με καρντάσια και κουμπάρους, χορεύτριες κι ανθρώπους της νύχτας, κρυφές κάμερες και «πεντακαθαρίδηδες». ΄Οπως επίσης δεν θα μάθουμε για τις σκοτεινές διαδρομές των κλεμμένων από τον ελληνικό λαό χρημάτων στην Κύπρο και τους «εθνικούς σκοπούς» που αυτά υπηρέτησαν στο δημοψήφισμα για το «όχι».

Δεν θα μάθουμε ποιοι υπουργοί ήταν παραπλανηθέντες σε αυτό το απίστευτο κόλπο και ποιοι συνένοχοι. Το αποτέλεσμα είναι η συνενοχή να διαχέεται σε ολόκληρη την κυβερνητική παράταξη ακόμη και στον πρωθυπουργό. Αυτός έπρεπε να είναι ο πρώτος που θα «μαστιγώνει» τους βουλευτές της πλειοψηφίας να αποκαλύψουν και την τελευταία λεπτομέρεια αυτού του σκανδάλου. Παλιότερα, όταν ρωτήθηκε τι θα κάνει σε περίπτωση σκανδάλων από συνεργάτες του, είχε απαντήσει: «Κρέμασμα στο Σύνταγμα, είναι η μόνη λύση. Διότι αν δεν είσαι αυστηρός με τους δικούς σου ανθρώπους δεν μπορείς να επιβάλεις το νόμο στην ελληνική κοινωνία». Στα προφορικά πήρε άριστα, και του πιστώθηκε το 2004 με την απεριόριστη εμπιστοσύνη που του έδειξε ο ελληνικός λαός. Από την εξέλιξη της υπόθεσης κρίνονται τα λεχθέντα του.

Είναι πολλά αυτά που δεν θα μάθουμε, αλλά τουλάχιστον λύνεται ένα θεμελιώδες φιλοσοφικό πρόβλημα: πώς παράγεται η ηθική. Διά της μεταβατικής ιδιότητας. Οι εξεταστικές επιτροπές κάνουν το παράνομο, νόμιμο. Το νόμιμο, σύμφωνα με τον κ.Βουλγαράκη είναι και ηθικό, οπότε το πρόβλημα που απασχόλησε τους στοχαστές από τον Αριστοτέλη μέχρι τον Καντ βρήκε επιτέλους τη λύση του.» 

 

Θα μπορούσε να είναι το πιο αξιόπιστο πόρισμα!

.  /  .

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV

ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Την 1-5-1922 , δύο χρόνια μετά την προσάρτηση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα, η Ι.Μ. Βατοπεδίου κατέθεσε αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ζητώντας να αναγνωριστεί η κυριότητά της επί της λίμνης Βιστωνίδας και του ιχθυοτροφείου που βρίσκεται σ΄αυτήν, επικαλούμενη βυζαντινούς και οθωμανικούς τίτλους (χρυσόβουλα και βεράτια). Ακολούθησε εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης, που οδήγησε στο Νομοθετικό Διάταγμα της 8.04.1924, όπου το Δημόσιο «παραιτείται  από πάσης αξιώσεως επί της εν Πορτολάγω της Ξάνθης λίμνης Μπουρού της μετά των ιχθυοτροφείων αυτής, των παρά την νησίδα και τα στόμια της λίμνης κειμένων με τα ανέκαθεν γνωστά τούτων αποδιδομένων  στην αποκλειστική κατοχή της Ι.Μ.». Το παραπάνω Ν.Δ. οδήγησε σε διαφορετικές ερμηνείες, η Μονή προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας επειδή το Δημόσιο δεν παρέδιδε την κατοχή, το δε Συμβούλιο της Επικρατείας εξέδωσε την υπ’ αρ. 41/1929 απόφασή του με την οποία δικαίωσε μεν τη Μονή ως προς το αίτημα της αλλά επίσης αποφάσισε ότι η Λίμνη Βιστωνίδα είναι δημόσια περιουσία μη δεκτική κυριότητας αστικού δικαίου, ανήκει στο Δημόσιο κατά «κυριότητα δημοσίου δικαίου», και αναγνώρισε στο Υπουργείο Γεωργίας μονομερώς την αρμοδιότητα να καθορίσει τους όρους παραχώρησης της κατοχής στη Μονή. Σε συμμόρφωση των παραπάνω και σε εφαρμογή του Ν.Δ. του 1924, υπογράφτηκε στις 4.05.1930 ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Ιατρίδου σύμβαση μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Ι.Μ. Βατοπεδίου, όπου το Δημόσιο «αποδίδει την κατοχή της λίμνης στην Ιερά Μονή, η οποία κατοχή αναφέρεται μόνο στην ιχθυοτροφική καλλιέργεια, την εκμετάλλευση και πώληση της παραγωγής, του Δημοσίου διατηρούντος αμείωτα τα δημοσίου δικαίου δίκαια». Στις 14-07-1941 η κατοχική κυβέρνηση, ερμηνεύοντας το Ν.Δ. του 1924, καταργεί την παραπάνω σύμβαση με το Ν.Δ. 271/1941 και αποδίδει την κυριότητα στην Ι.Μ. Βατοπεδίου. Το παραπάνω Ν.Δ. καταργήθηκε μαζί με άλλα διατάγματα μετά την απελευθέρωση με την Συντακτική Πράξη 58/26/27-6-1945  και τον Α.Ν 476/1945.    Από τότε και μέχρι τη δεκαετία του 1990, ενώ με τον Α.Ν. 16/19-11-1935 που τροποποιήθηκε με τον Ν.2113/1952 και άλλα νομοθετήματα ρυθμίστηκαν θέματα σε σχέση με την ιχθυοτροφική εκμετάλλευση της λίμνης, η Ι.Μ. Βατοπεδίου ουδέποτε αμφισβήτησε τη σύμβαση του 1930 και την κυριότητα του Δημοσίου. 

Το 1990 εγκαθίσταται  Ηγούμενος της Μονής ο Εφραίμ και αρχίζει να αμφισβητεί αρχικά το καθεστώς εκμετάλλευσης της Λίμνης. Στις 3-12-1998, με αρ.26, εκδίδεται γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού  Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, η οποία έκανε δεκτή την μη προβολή δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου  επί της νησίδας Άντα Μπουρού, τη οποία την 5-2-1999 αποδέχτηκε με Υ.Α. ο  Υφυπουργός Οικονομικών κ.Γεώργιος Δρυς. Ακολουθούν οι γνωμοδοτήσεις 17/2002 και 46/2002, τις οποίες αποδέχτηκε ο Υφυπουργός Οικονομικών κ.Απόστολος Φωτιάδης με Υ.Α. στις 5-8-2002  και στις 4-6-2003 αντίστοιχα, με τις  οποίες έκανε δεκτή την μη προβολή δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου και αναγνωρίζεται η κυριότητα της Μονής στην ίδια την Λίμνη και στις παραλίμνιες εκτάσεις, εμβαδού 25.000 στρεμμάτων περίπου, έκταση  που τότε για πρώτη φορά διεκδικείται από τη Μονή. Αντίθετα, πριν από τις ΥΑ 17/2002 και 46/2002, με την υπ’ αρ.111/2000 Γνωμοδότηση της η Ολομέλεια του Ν.Σ.Κ. χαρακτηρίζει  τη Λίμνη κοινόχρηστη και ανήκουσα  στο Ελληνικό Δημόσιο. Στις 11-12-2002 και στις 25-6-2003 υπογράφονται πρωτόκολλα Παράδοσης-Παραλαβής για μέρος των εκτάσεων που περιλαμβάνονται στις ΥΑ, ανάμεσα στους εκπροσώπους του Δημοσίου και της Μονής, τα οποία σημειώνονται στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης. Στις 25-01-2003 η Μονή καταθέτει αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, ζητώντας να αναγνωριστεί κυρία των παραπάνω εκτάσεων, η οποία συζητείται στις 5-11-2003. Τα παραπάνω έχουν δημιουργήσει αναστάτωση στην κοινωνία της Ξάνθης, που εκφράζεται με διαμαρτυρίες των βουλευτών της περιοχής, των τοπικών φορέων, της τοπικής εκκλησίας, του Δικηγορικού Συλλόγου Ξάνθης κλπ. προς τον τότε Υφυπουργό κ.Απ.Φωτιάδη, ο οποίος στις 30-10-2003 αναπέμπει τις γνωμοδοτήσεις 26/1998, 17/2002 και 46/2002 στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, και στις 5-11-2003 ο δικηγόρος του Ελληνικού Δημοσίου υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Δημοσίου στο ακροατήριο της δίκης.

Τον Μάρτιο του 2004 η Ν.Δ. κερδίζει τις εκλογές και σχηματίζει Κυβέρνηση. Στις 20-4-2004 γίνεται διάσκεψη των μελών του Δικαστηρίου, το οποίο με ψήφους 2-1 δέχεται την αγωγή της Μονής μόνο για μέρος των δύο νησίδων και την απορρίπτει για τα υπόλοιπα. Η Πρόεδρος, που μειοψηφεί, κρατά την απόφαση για  να την δημοσιεύσει και ενημερώνει τους μοναχούς για την αρνητική για αυτούς έκβαση της υπόθεσης, πράξη για την οποία έχει καταδικαστεί πρωτόδικα. Στις 26-5-2004 η Γνωμοδοτική Επιτροπή απορρίπτει την αναπομπή Φωτιάδη με το αιτιολογικό ότι δεν προέκυψαν νέα στοιχεία, (Γνωμοδότηση υπ΄αρ.26/2004), την οποία αποδέχεται ο νέος Υφυπουργός Οικονομικών κ.Πέτρος Δούκας στις 7-6-2004. Την 2-6-2004 η Ι.Μ. Βατοπεδίου υποβάλλει αίτημα στο Ν.Σ.Κ. να καταθέσουν δήλωση από κοινού με το Δημόσιο για μη έκδοση απόφασης. Το Ν.Σ.Κ. αποδέχεται το αίτημα με το υπ’ αρ. 3056/17-6-2004 Πρακτικό, με μειοψηφική άποψη ότι δεν χωρά έγκυρα η παραίτηση όταν αναμένεται η έκδοση της απόφασης. Το πρακτικό Αποδοχής γίνεται αποδεκτό από τον Υφυπουργό κ. Π. Δούκα στις 22-6-2004 και στις 25-6-2004 αποστέλλεται με κούριερ στο Πρωτοδικείο Ροδόπης. Τον Ιούνιο του 2004, σύμφωνα με τον κ.Π.Δούκα εκδηλώνεται ενδιαφέρον για την εξέλιξη της Υπόθεσης από τον Δ/ντή του Γραφείου του Πρωθυπουργού κ.Ι. Αγγέλου.

            Στις  5-7-2004 τοπικοί παράγοντες της Ξάνθης , ανησυχώντας για τις εξελίξεις, συναντιούνται, παρόντος του Υφυπουργού Α. Κοντού, με τον Υφυπουργό κ. Π. Δούκα ο οποίος δεν τους ενημερώνει για τις ενέργειες του και δηλώνει ότι θα δεί το θέμα. Στις 15-7-2004 οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Θράκης με επιστολή τους του επισημαίνουν τις πολιτικές και ποινικές του ευθύνες. Την 10η  Ιούλιο του 2004 ο Ηγούμενος Εφραίμ στέλνει επιστολή και λίγες μέρες μετά συναντιέται με τον τότε Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης κ.Σάββα Τσιτουρίδη και ζητάει να ανταλλάξει εκτάσεις στη Λίμνη Βιστωνίδα ,, με άλλες εκτάσεις του Δημοσίου.

Στις 6-9-2004 φορείς της Ξάνθης συναντιούνται με τον πρόεδρο του ΝΣΚ κ. Βολάνη ο οποίος τους υπόσχεται να επανεξετάσει το θέμα αφού του υποβληθεί αίτημα που αναλαμβάνει να συντάξει ο παριστάμενος  κ. Α. Κοντός κάτι που δεν κάνει ποτέ. Ακολούθως σε συνάντηση του Υπουργού Επικρατείας κ.Θεόδωρου Ρουσόπουλου με κάποιους από παράγοντες της Ξάνθης, κατά  εκδοχή του ιδίου και των παρόντων, που είναι όλοι προσκείμενοι στη Ν.Δ., δηλώνει αναρμόδιος, κατά τους μη παρόντες που υποστηρίζουν ότι αποκλείστηκαν με τέχνασμα από την συνάντηση,  δηλώνει ότι το θέμα της κυριότητας έχει  λήξει  και θα «τους τα δώσουμε κάπου αλλού».

Τον Οκτώβριο του 2004  επικοινωνεί  ο κ. Θ. Ρουσόπουλου με τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης κ.Ευ. Μπασιάκο (Υπουργός μετά την παραίτηση Τσιτουρίδη, τέλη Σεπτεμβρίου 2004) για να τον ενημερώσει για το θέμα. 

Την 1-12-2004 ο Υπουργός κ.Ευ.Μπασιάκος απευθύνει ερώτημα στο Δ΄ Τμήμα του Ν.Σ.Κ., το οποίο απαντά θετικά στις 9-12-2004 για τη νομιμότητα των ανταλλαγών σε σχέση με τη Γνωμοδότηση 111/2000 της Ολομέλειας του Ν.Σ.Κ. περί κοινοχρησίας, ότι ο Υπουργός, δηλαδή, μπορεί να τις αναθέσει στην Κ.Ε.Δ και ότι η Λίμνη είναι αρμοδιότητα του Υπουργείου Οικονομικών. Έτσι ο Υπουργός κ.Ευ.Μπασιάκος εκδίδει στις 25-1-2005 την Υ.Α. 3822, με την οποία αναθέτει στην Κ.Ε.Δ. την  ανταλλαγή των παραλίμνιων εκτάσεων με ακίνητα  που θα της υποδείξει το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης με αρμόδια την Διεύθυνση Πολιτικής Γης, της οποίας πολιτικός προϊστάμενος είναι ο Υφυπουργός κ.Αλέξανδρος Κοντός. Αυτή η Υ.Α. δεν δημοσιεύτηκε ποτέ.

Ήδη, από τις 3-11-2004 η Διευθύντρια Πολιτικής Γης κ.Σταματίνα Μαντέλη, η οποία στην απολογία της  στην Εφέτη –Ανακρίτρια υποστηρίζει ότι ακολούθησε εντολές των προϊσταμένων της Υπουργών κ.κ. Μπασιάκου και Κοντού, απευθύνει έγγραφο στις Νομαρχίες ζητώντας να ενημερώσουν τον κ. Κοντό για τις διαθέσιμες εκτάσεις με οικοπεδική αξία. Στη συνέχεια, από τον Μάρτιο του 2005 μέχρι τον Νοέμβριο του 2005 η Κ.Ε.Δ. (πολιτικός προϊστάμενός της ο κ.Πέτρος Δούκας), η Διεύθυνση Πολιτικής Γης και το Σ.Ο.Ε. προχωρούν στην επιλογή και στην εκτίμηση των ανταλλάξιμων εκτάσεων. Σύμφωνα με τις καταθέσεις των υπηρεσιακών παραγόντων, η επιλογή των εκτάσεων γίνεται από τη Μονή, τα τοπογραφικά και τα συμβόλαια συντάσσονται από τη Μονή και γίνονται δεκτά από την Κ.Ε.Δ.. Επίσης το Σ.Ο.Ε., εκτιμά τις εκτάσεις σύμφωνα με τα στοιχεία που του δίνονται από τις Δημόσιες Υπηρεσίες που δεν συμφωνούν με τα στοιχεία που εμφανίζονται στα συμβόλαια και τα οποία αποδέχεται η ΚΕΔ. Την 21-12-2005, ενώπιον της Συμβολαιογράφου κ.Αικατερίνης Πελέκη, υπογράφονται συμβόλαια που αφορούν την ανταλλαγή των παραλίμνιων εκτάσεων με 73 οικόπεδα, κυρίως του νομού Θεσσαλονίκης, παρά την επιστολή διαμαρτυρίας του Νομάρχη Θεσσαλονίκης κ.Παναγιώτη Ψωμιάδη προς την Κυβέρνηση, στις 16-12-2005.

Με την 16651/27-6-2006 Κ.Υ.Α. των κ.κ. Π.     Δούκα, Ευ.Μπασιάκου και Α. Κοντού ανατίθεται στην Κ.Ε.Δ. και η ανταλλαγή της Λίμνης με ακίνητα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης. Η ΚΥΑ βασίζεται στη γνωμοδότηση 15/2004 του Δ τμήματος του ΝΣΚ και στο αρχικό σχέδιο, που δεν είχε την υπογραφή του κ.Π.Δούκα, προέβλεπε και την εναλλακτική λύση της αποζημίωσης. Οι ανταλλαγές που ακολουθούν γίνονται με την ίδια μεθοδολογία με αυτές που προηγήθηκαν και τα περισσότερα συμβόλαια υπογράφονται από την ίδια συμβολαιογράφο. Στη συνέχεια η Μονή προχωρά σε εκποίηση κάποιων οικοπέδων σε εταιρείες που και η ίδια συμμετέχει.

Τον Σεπτέμβριο του 2008, μετά από δημοσιογραφικές αποκαλύψεις για τα παραπάνω, ο Πρωθυπουργός κ.Κ.Καραμανλής δηλώνει ότι υποτίμησε το μέγεθος του θέματος και την 16-12-2008 αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη της υπόθεσης, και απομακρύνει τους εμπλεκόμενους Υπουργούς.

Στις 3.10.2008 ο Υφυπουργός Οικονομικών κ. Αντ.Μπέζας ανακαλεί με απόφασή του τις Υ.Α. των κκ.Δρυ και Φωτιάδη, ενώ στις 9.12.2008 με επιστολή της η Μονή προτείνει τη συμβιβαστική λύση της επιστροφής των ακινήτων που πήρε από το Δημόσιο ή του τιμήματος για όσα από αυτά έχουν πωληθεί και λύση του ιδιοκτησιακού της λίμνης Βιστωνίδας από τα Δικαστήρια. Στις 10.12.2008 ο τότε Υπουργός Οικονομικών κ.Γ. Αλογοσκούφης ερωτά το Ν.Σ.Κ. για την ανωτέρω επιστολή, το οποίο με την υπ’ αριθμ.312/2009 Γνωμοδότησή του κρίνει ως πιο πρόσφορη την προτεινόμενη λύση, ενώ η άποψη της ισχυρής μειοψηφίας είναι η απόρριψή της και έγερση αγωγών του Ελληνικού Δημοσίου για ακύρωση των ανταλλαγών, με αναγνώριση της κυριότητας του Δημοσίου επί της Λίμνης, γνωμοδότηση η οποία γίνεται δεκτή στις 4.09.2009 από τον τότε Υπουργό Οικονομικών κ.Ι.Παπαθανασίου. Μετά την άνοδο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην Κυβέρνηση τον Οκτώβριο του 2009, ο νέος Υπουργός Οικονομικών κ.Γ.Παπακωνσταντίνου ανακαλεί στις 12.12.2010 αυτήν τη Γνωμοδότηση, και ακολουθώντας την άποψη της μειοψηφίας το Δημόσιο προχωρά στην έγερση αγωγών κατά της Ι.Μ.Βατοπεδίου.    Τέλος, η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης για την οποία είχε υπογραφεί το πρακτικό για μη έκδοση απόφασης δημοσιεύτηκε το 2008 διότι ο ΄Αρειος Πάγος έκρινε ότι η απόφαση είχε εκδοθεί αφού είχε γίνει η διάσκεψη των μελών  του Δικαστηρίου και το πρακτικό ήταν άκυρο. Η απόφαση έχει εφεσιβληθεί και εκκρεμεί ενώπιον του Εφετείου.

.  /  .

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

 

ΚΡΙΣΙΜΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΙΕΡΕΥΝΗΘΗΚΑΝ

α) Η κυριότητα της Λίμνης, με τη σύναψη Σύμβασης Συμβιβασμού το 1930, μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και της Ι.Μ.Βατοπεδίου συνομολογήθηκε ότι παραμένει στο Δημόσιο και ότι η Ιερά Μονή έχει επί των ακινήτων αυτών, μόνο δικαίωμα κατοχής και εκμετάλλευσης (κατά ένα ποσοστό) του ιχθυοτροφείου.  Με τη Σύμβαση του 1930  απέβαλαν, αν και όποια ισχύ είχαν, τα Χρυσόβουλα και οι λοιποί παλαιοί τίτλοι τους οποίους επικαλείται η Μονή (Σταθόπουλος κ.ά). 

β) Κατά την κρατούσα άποψη μετά τη διάσκεψη και την έκδοση απόφασης,  δεν χωρεί κατάργησή της δίκης, με τη συνυπογραφή δηλώσεως περί μη εκδόσεως απόφασης. Αυτή η άποψη ήδη είχε διατυπωθεί μειοψηφικά στο Ν.Σ.Κ. στην απόφαση για την υπογραφή. Ο δε  Α.Π. με απόφαση του αποφάνθηκε ότι οι αποφάσεις εκδίδονται με τη διάσκεψη και όχι με τη δημοσιοποίηση, κάτι που οδήγησε στην ακύρωση της Δηλώσεως που συνυπέγραψαν τα μέρη και τελικά δημοσιεύτηκε η   απόφαση το 2008. 

γ) Κατά την άποψη όλων των νομικών που κατέθεσαν,  ακόμα και αυτών που υποστήριξαν την κυριότητα της Μονής, οι Υπουργικές Αποφάσεις ως ανακλητές Πράξεις της Διοίκησης δεν είναι τίτλοι κυριότητας, γι’ αυτό δεν μεταγράφονται,  αλλά σημειώνονται στα Βιβλία του Υποθηκοφυλακείου. Μπορούν να θεωρηθούν εξώδικες ομολογίες, και σωστά η Μονή κατέθεσε αναγνωριστική αγωγή που θα της έδινε τίτλο κυριότητας στις παραλίμνιες εκτάσεις. Άρα ο ισχυρισμός  της Νέα Δημοκρατίας ότι όταν ανέλαβε, το θέμα της κυριότητας είχε κριθεί, δεν είναι σωστός. Σωστό είναι ότι ήταν σε αμφισβήτηση.

 δ) Mε μια απλή ανάγνωση των πραγματικών περιστατικών γίνεται φανερό ότι οι ανταλλαγές είχαν σχεδιαστεί τουλάχιστον από το καλοκαίρι του 2004. Όπως γνωρίζουμε τώρα, οι μοναχοί έμαθαν την αρνητική για αυτούς απόφαση του Δικαστηρίου από την Πρόεδρο της σύνθεσης και έσπευσαν να ζητήσουν από το Δημόσιο κοινή δήλωση για να μην εκδοθεί η απόφαση όπως και έγινε. Λίγες μέρες μετά, Ιούλιο του 2004,  οι μοναχοί εμφανίζονται στον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης κ.Σ.Τσιτουρίδη και του υποδεικνύουν ακίνητα για ανταλλαγή.  Από τότε μεθοδεύεται η διαδικασία των ανταλλαγών, η οποία και κινείται με πρωτοφανείς για το Ελληνικό Δημόσιο ταχύτητα: γνωματεύσεις σε περίπλοκα νομικά ζητήματα παράγονται σε λίγες μέρες, επιλογές ακινήτων, τοπογραφικά  συντάσσονται από την Μονή και γίνονται δεκτά από το Δημόσιο , εκτιμήσεις από το Σ.Ο.Ε. με ελλιπή στοιχεία, και έτσι η Κ.Ε.Δ. κάνει πολλαπλάσιες ανταλλαγές σε δύο χρόνια από τα  προηγούμενα 25 χρόνια της λειτουργίας της. Από όλα τα παραπάνω, αλλά και από το γεγονός ότι από το πρακτικό μη έκδοσης της απόφασης που ανέφερε ότι «δεν μεταβιβάζεται ούτε αναγνωρίζεται κανένα δικαίωμα κυριότητας υπέρ  της Μονής και εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου» σε πολύ σύντομο διάστημα αναγνωρίστηκαν όλα τα δικαιώματα της Μονής, συμπεραίνουμε αβίαστα την ύπαρξη κεντρικού κυβερνητικού σχεδιασμού για τις ανταλλαγές.

ε) Η χρήση της γης αποτελεί το κρισιμότερο στοιχείο για την αποτίμηση της. Είναι φανερό ότι μια έκταση όπως αυτή π.χ. της Ουρανούπολης 8.600 στρεμμάτων έχει άλλη αξία ως δάσος, όπως εκτιμήθηκε από το Σ.Ο.Ε. τον Μάρτιο του 2007, και  άλλη ως άρτια και οικοδομήσιμη, όπως χαρακτηρίστηκε στα συμβόλαια τον Μάιο του 2007. Στον ισχυρισμό ότι αυτός ο χαρακτηρισμός είναι πάγιος στα συμβόλαια παρατηρούμε ότι η Ιερά  Μονή φρόντισε και η Κ.Ε.Δ. , το Δημόσιο δηλαδή, αποδέχτηκε, να δηλώσει ότι δικαιούται να ζητήσει αλλαγή χρήσης γης, διαδικασία που  κίνησε  η Διεύθυνση Πολιτικής Γης, με ερώτημα που απηύθυνε προς το Ν.Σ.Κ. το οποίο γνωμοδότησε με την 161/2008, χαρακτηρίζοντας την έκταση δασική και όχι δάσος, γνωμοδότηση που έκανε δεκτή ο Υφυπουργός κ.Κ.Κιλτίδης. Όλη αυτή η διαδικασία είναι εντελώς παράτυπη, καθώς το μόνο αρμόδιο όργανο για το χαρακτηρισμό είναι ο δασάρχης και το Ν.Σ.Κ. αποφαίνεται για νομικούς όρους και όχι για πραγματικά περιστατικά.

Αντίστοιχες μεθοδεύσεις ακολουθήθηκαν σε όλα τα ακίνητα που ανταλλάχτηκαν. Άλλωστε και η Ν.Δ στο πόρισμα της, τον Ιούνιο του 2010, στη σελ 275 εγκαλεί το Σ.Ο.Ε. για βαρύτατη αμέλεια, επειδή δεν συνέλεξε και δεν αξιολόγησε  τα απαραίτητα στοιχεία ως όφειλε και στην σελ. 264 εγκαλεί την ΚΕΔ διότι υιοθέτησε τις εκτιμήσεις του Σ.Ο.Ε. χωρίς έλεγχο ως όφειλε.

στ) Στον Αστικό Κώδικα (ΠΔ 456/1984) ορίζονται τα εξής:

«Πράγματα εκτός συναλλαγής είναι τα κοινά σε όλους, τα κοινόχρηστα και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών.» (αρθρ. 966)

«Κοινόχρηστα. Πράγματα κοινής χρήσης είναι ιδίως τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι γιαλοί, τα λιμάνια και οι όρμοι, οι όχθες πλεύσιμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους.» (αρθρ. 967)

Σύμφωνα με τη νομική θεωρία και τη νομολογία, μεγάλες θεωρούνται οι λίμνες που σχηματίζονται από την εκβολή αενάων ροών.

«Κυριότητα σε κοινόχρηστα. Τα κοινόχρηστα πράγματα, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο δημόσιο.» (αρθ. 968)

«Κανόνες δημόσιας τάξης. Η ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή κανόνων δημόσιας τάξης.» (αρθρ. 3)

«Δικαιοπραξία απαγορευμένη. Δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη.» (αρθρ. 174)

«Έννοια της ακυρότητας. Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε.» (αρθρ. 180)

Τα παραπάνω έχουν τις εξής πραγματικές και νομικές συνέπειες:

– Όσα πράγματα χαρακτηρίζονται «εκτός συναλλαγής» απαγορεύεται να    αποτελέσουν αντικείμενο δικαιοπραξίας, δηλ. είναι αναπαλλοτρίωτα, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Η τυχόν κατάρτιση δικαιοπραξίας με αντικείμενο πράγματα «εκτός συναλλαγής» αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου και συνεπώς είναι άκυρη («θεωρείται σαν να μην έγινε»).

Ο κανόνας που θεσπίζεται στη διάταξη αυτή είναι δημόσιας τάξης και συνεπώς η εφαρμογή του υπερισχύει, όταν συγκρούεται με διατάξεις που ρυθμίζουν ενέργειες προερχόμενες από την ιδιωτική βούληση.

– Πράγματα εκτός συναλλαγής είναι μόνο όσα ρητά ορίζει ο νόμος ως τέτοια, διότι αυτός ο χαρακτηρισμός τους συνεπάγεται αποστέρηση ή τουλάχιστον αόριστο περιορισμό της ιδιωτικής εξουσίασης επ’ αυτών, δηλ. της λειτουργικής απόλαυσης του ατομικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας-περιουσίας.

– Στα «εκτός συναλλαγής πράγματα» συγκαταλέγονται και τα κοινόχρηστα, τα οποία ο νόμος (Α.Κ.) απαριθμεί ενδεικτικά και ένα από τα οποία είναι οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους.

 Νομικό καθεστώς

Μετά όσα παρατίθενται στο  ιστορικό που προηγείται, εξάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα:

Η λίμνη Βιστωνίδα ανήκει κατά κυριότητα στο ελληνικό Δημόσιο μετά από αλλεπάλληλες θεσμικές επικυρώσεις του ιδίου νομικού καθεστώτος (η με αριθμό 41/1929 απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας με την οποία έκρινε ότι η λίμνη Βιστωνίδα ανήκει στο Δημόσιο κατά «κυριότητα δημοσίου δικαίου», μη δεκτική κυριότητας αστικού δικαίου και αναγνώρισε στο Υπουργείο Γεωργίας μονομερώς την αρμοδιότητα να καθορίσει τους όρους παραχώρησης της κατοχής στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου. Η από 4-5-1930 ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Ιατρίδου σύμβαση μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Ι.Μ.Βατοπεδίου, όπου το Δημόσιο «αποδίδει την κατοχή της λίμνης στην Ιερά Μονή, η οποία κατοχή αναφέρεται μόνο στην ιχθυοτροφική καλλιέργεια, την εκμετάλλευση και πώληση της παραγωγής, του Δημοσίου διατηρούντος αμείωτα τα δημοσίου δικαίου δίκαια». Η κατάργηση της παραπάνω σύμβασης με το Ν.Δ. 271/1941 και η απόδοση της κυριότητας της λίμνης στην Ι.Μ. Βατοπεδίου. Η κατάργηση του προαναφερομένου Ν.Δ. με τη Συντακτική Πράξη 58/26/27-6-1945 και τον Α.Ν 476/1945. Η ρύθμιση θεμάτων σε σχέση μόνο με την ιχθυοτροφική εκμετάλλευση της λίμνης με τον Α.Ν. 16/19-11-1935 που τροποποιήθηκε με τον Ν.2113/1952 και άλλα νομοθετήματα.)

Με όλα τα παραπάνω νομοθετήματα έχει αδιαμφισβήτητα κατοχυρωθεί η κυριότητα της λίμνης Βιστωνίδας υπέρ του ελληνικού Δημοσίου. Η επί τουλάχιστον τέσσερις δεκαετίες αποχή (μέχρι το έτος 1990) της Ι.Μ. Βατοπεδίου από κάθε αμφισβήτηση της νομοθετικής ρύθμισης του 1945 ή διεκδίκησή της από το Δημόσιο της κυριότητας της λίμνης επιβεβαιώνει το γεγονός.

Η λίμνη Βιστωνίδα, σύμφωνα με τους ορισμούς του Α.Κ. συμπεριλαμβάνεται στα «εκτός συναλλαγής πράγματα», δηλαδή κοινόχρηστο πράγμα λόγω του χαρακτήρα ως λίμνης. Συνεπώς κάθε δικαιοπραξία με περιεχόμενο κοινόχρηστο πράγμα αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου και είναι άκυρη, δηλαδή είναι σαν να μην έγινε ποτέ. Η διάταξη δε αυτή του νόμου ως κανόνας δημοσίου δικαίου δεν μπορεί να καμφθεί από την ιδιωτική βούληση.

Επιπλέον η περιοχή της λίμνης Βιστωνίδας τελεί υπό καθεστώς προστασίας «της εν Ramsar (Ραμσάρ) του Ιράν στις 2-2-1971 υπογραφείσας Διεθνούς Συμφωνίας για την προστασία των Διεθνούς ενδιαφέροντος υγροτόπων ιδίως ως υγροβιοτόπων», που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 191/1974, αφού συμπεριελήφθη στις περιοχές του Δικτύου Φύση 2000 (NATURA), με τους επιπλέον περιορισμούς, χάριν περιβαλλοντικής προστασίας, που θέτει αυτό το καθεστώς.

 

ζ) Αρμοδιότητα γνωμοδοτική έχει το διοικητικό όργανο όταν έχει την ικανότητα να διατυπώσει γνώμη περί του αν η διοικητική πράξη που μπορεί να εκδώσει άλλο όργανο με αρμοδιότητα αποφασιστική, είναι νόμιμη ή σκόπιμη.

Η γνωμοδότηση αυτή διατυπώνεται μετά από ερώτηση του αποφασίζοντος οργάνου και μπορεί να είναι ή απλή, οπότε δεν δεσμεύεται απ’ αυτήν ή σύμφωνος, οπότε δεσμεύεται, με την έννοια ότι αυτό ή μπορεί να εκδώσει την πράξη μόνο σύμφωνα προς τη γνωμοδότηση ή, αν δεν αποδέχεται τη γνωμοδότηση, να μην εκδώσει την πράξη (εφ’ όσον βεβαίως ενεργεί έτσι βάσει διακριτικής ευχέρειας, αλλιώς η μη εμπρόθεσμη έκδοση της πράξης συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας). Το αποφασίζον όργανο μπορεί να δώσει εντολή στο γνωμοδοτικό να υποβάλει πρόταση, αλλά και το προτείνον-γνωμοδοτικό μπορεί μετά από δική του ελεύθερη και αδέσμευτη κρίση να υποβάλει πρόταση. Τυχόν εντολή προς υποβολή πρότασης ορισμένου περιεχομένου καθιστά την πρόταση νομικώς πλημμελή και την πράξη που εκδόθηκε βάσει αυτής παράνομη.

– Με το άρθρο 10 του ν. 1539/1938 περί προστασίας δημοσίων κτημάτων συνιστάται όργανο «Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον δημοσίων κτημάτων». Κατά τον οργανισμό του Υπουργείου Οικονομικών, στις αρμοδιότητες του Τμήματος Δημοσίων Κτημάτων περιλαμβάνεται και η διατύπωση γνώμης «για υποθέσεις που παραπέμπονται σ’ αυτό, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, για την προστασία των δημοσίων κτημάτων» (άρθρο 90 παρ. 3 π.δ. 284/1988). Σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 9 (ν. 1539/1938) οι γνώμες που διατυπώνει παραπέμπονται «πάντοτε» στην έγκριση του Υπουργού Οικονομικών. Ο Υπουργός Οικονομικών έχει τη δυνατότητα να αποδεχθεί τη γνώμη του συμβουλίου, εν όλω ή εν μέρει, στα πλαίσια της αρχής του δημοσίου συμφέροντος, αν δε την τροποποιήσει δεν μπορεί να το κάνει εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος (άρθρο 10 παρ. 6).

– Συνεπώς, στη συγκεκριμένη περίπτωση της με αριθμό 26/7-6-2004 γνωμοδότησης του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου δημοσίων κτημάτων που προκάλεσε και αποδέχθηκε ο Υφυπουργός Οικονομικών με βάση την παραπάνω διαδικασία, επρόκειτο για απλή γνωμοδοτική αρμοδιότητα του γνωμοδοτικού οργάνου, τέτοια δηλαδή που δεν δέσμευε την απόφαση του Υφυπουργού, και αποφασιστική αρμοδιότητα του Υφυπουργού και μάλιστα στα πλαίσια του δημοσίου συμφέροντος, με διπλό περιορισμό εκ μέρους του νομοθέτη. Όχι μόνο όφειλε ο Υφυπουργός να αποφασίσει στα πλαίσια του δημοσίου συμφέροντος, αλλά και αν τροποποιούσε τη γνωμοδότηση, δεν μπορούσε να το κάνει εις βάρος αυτού.

Από το συνδυασμό του νομοθετικού πλαισίου μέσα στο οποίο όφειλε να κινηθεί ο Υφυπουργός Οικονομικών ως μονομελές διοικητικό όργανο και του ρόλου του ως μέλος της κυβέρνησης που «καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας…» (αρθρ. 82 παρ. 1 Συντ.), αντιλαμβάνεται κανείς το μέγεθος της επιμέλειας που απαιτείται για τη διαχείριση υποθέσεων του δημοσίου. Άλλωστε και από το άρθρο 85 του Συντάγματος προβλέπεται η συλλογική ευθύνη των μελών της κυβέρνησης για τη γενική πολιτική και η ατομική καθενός/μιας για τις πράξεις η παραλείψεις της αρμοδιότητάς του/της.

Το γενικό επιχείρημα των Υπουργών ή των Υφυπουργών ότι αποδέχονται τις γνωμοδοτήσεις, ακόμα και όταν ο νομοθέτης θέλει οι ίδιοι να έχουν την αποφασιστική αρμοδιότητα, απονέμοντάς τους την ειδικού βάρους πολιτική ευθύνη, γιατί θεωρούν τα γνωμοδοτικά συμβούλια εγκυρότερα από τους ίδιους κατά τη διατύπωση γνώμης λόγω των ειδικών τεχνικών ζητημάτων που διαλαμβάνουν, δεν είναι επαρκές για να αποσείσει την ευθύνη της τελικής απόφασης από πάνω τους. Αυτοί έχουν την υποχρέωση ως όργανα του κράτους, καθώς και την πολιτική ευθύνη, να προσδιορίζουν κατά περίπτωση αυτό που διαρκώς αναζητείται και διαπλάθεται από τις επιλογές της εκτελεστικής εξουσίας, το δημόσιο συμφέρον, ως ποιοτικό περιεχόμενο πολιτικής κατεύθυνσης.
 .   /   .

  

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ

Σύμφωνα με το άρθρο 111 Π.Κ. το αξιόποινο εξαλείφεται με τη παραγραφή.

Κατά το άρθρ. 3 παρ. 1 Ν. 3126/2003: «οι αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου αυτού παραγράφονται με τη συμπλήρωση πέντε (5) ετών από την ημέρα που τελέστηκαν».  Στη συνέχεια της ίδιας παραγράφου περιγράφονται τρεις περιπτώσεις αναστολής της παραγραφής.

Κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου το αξιόποινο των πράξεων των Υπουργών «εξαλείφεται με το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου, που αρχίζει μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, εάν ως τότε η Βουλή δεν έχει αποφασίσει να ασκήσει ποινική δίωξη κατά του Υπουργού, σύμφωνα με όσα ορίζονται στον νόμο αυτόν». Η ρύθμιση αυτής της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Ν.3126/2003 αποτελεί μεταφορά της συνταγματικής ρύθμισης του β΄ εδαφίου, της παραγράφου 3 του άρθρου 86 του Συντάγματος.

Όπως προκύπτει από το λεπτομερές ιστορικό όλες οι πράξεις και οι παραλείψεις των πολιτικών προσώπων έλαβαν χώρα στη διάρκεια της διακυβέρνησης της Ν.Δ., μεταξύ 2004 και 2007. Κατά την  ακολουθήσασα Βουλευτική περίοδο 2007-2009, μετά την πιθανή τέλεση των αξιόποινων πράξεων, η Βουλή δεν έλαβε καμία απόφαση για την άσκηση ποινικής δίωξης. Το ίδιο και κατά τη διάρκεια της πρώτης τακτικής συνόδου της βουλευτικής συνόδου που διανύουμε.

Στην εξέλιξη αυτή καθοριστική ήταν η διακοπή των εργασιών της Βουλής και η προκήρυξη πρόωρων εκλογών από τον τότε Πρωθυπουργό της Κυβέρνησης της Ν.Δ.

Η μη επίκληση της παραγραφής από τους εγκαλούμενους Υπουργούς και Υφυπουργούς  του αξιόποινου των αποδιδόμενων σε αυτούς αδικημάτων συνετέλεσε ώστε να μην αποτελέσει η παραγραφή  αντικείμενο  έρευνας της Προκαταρκτικής Επιτροπής.

Η  έρευνα της παραγραφής στο παρόν στάδιο, μετά από όσα έχουν προηγηθεί και χωρίς σχετικό αίτημα των εγκαλούμενων, θα επιβάρυνε σαφέστατα την περαιτέρω  θέση τους και θα προσέκρουε όχι μόνο  στο πνεύμα του άρθρου 86 παρ.5 του Συντάγματος που προβλέπει σύσταση ειδικής επιτροπής, αν δεν περατωθεί η διαδικασία που αφορά δίωξη κατά προσώπου που είναι ή διετέλεσε μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός κατόπιν αίτησης του ίδιου ή των κληρονόμων του, αλλά και θα καθιστούσε αδύνατη τη χρήση αυτής της διάταξης από όποιον εκ των ελεγχόμενων Υπουργών και Υφυπουργών το επιθυμούσε. Ο σεβασμός στο τεκμήριο αθωότητας των εγκαλούμενων πολιτικών προσώπων και οι εγγενείς χρονικοί και άλλοι περιορισμοί για την εκκαθάριση  μιας υπόθεσης στην οποία εμπλέκονται Υπουργοί και Υφυπουργοί κατέστησε στη φάση αυτή το ζήτημα της παραγραφής, αν και ζήτημα που με στενά τυπική προσέγγιση θα όφειλε να εξετάσει η Επιτροπή μας  αυτεπάγγελτα,  περισσότερο πολιτικό παρά νομικό.

Πρόκειται για χαρακτηριστική αντίφαση, η οποία προκύπτει από το απαράδεκτο θεσμικό πλαίσιο με βάση το οποίο καλούνται οι βουλευτές να ασκήσουν προανακριτικά καθήκοντα, υποκαθιστώντας τον φυσικό δικαστή. Γιατί στο ποινικό σύστημα η παραγραφή υπολογίζεται και επέρχεται επί τη βάσει εντελώς διαφορετικών αρχών και κανόνων εξάλειψης του αξιοποίνου. Εδώ η παραγραφή καθορίζεται ή προκύπτει ως αποτέλεσμα σκόπιμων, καθαρά πολιτικών, χειρισμών και αποφάσεων της εκάστοτε πλειοψηφίας. Δεν κατοχυρώνεται δηλαδή η αντικειμενική υπόσταση των όρων ωρίμανσης της εξάλειψης του αξιοποίνου.

Στο σημείο αυτό αξίζει να τονιστεί η πάγια θέση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για την άρση των προνομίων ειδικής ποινικής μεταχείρισης των μελών της κυβέρνησης, σχετικά με το χρόνο παραγραφής των αδικημάτων, που, πέραν της ατιμωρησίας, εισάγει το νομικό παράδοξο να τιμωρούνται μόνο οι συμμέτοχοι, οι οποίοι συνήθως εκτελούσαν εντολές, και να εδραιώνεται έτσι περαιτέρω η πεποίθηση στην κοινωνία ότι οι πολιτικοί είναι υπεράνω των νόμων.

Για όλους αυτούς τους λόγους, εάν η πλειοψηφία της Επιτροπής προτείνει άσκηση ποινικής δίωξης και η Βουλή την υπερψηφίσει, πρέπει να θεωρηθεί ως πλέον αξιόπιστη και ουσιωδώς νομική και συνταγματική άποψη η διατήρηση της δυνατότητας να κριθεί δικαστικά το ζήτημα της παραγραφής από το Δικαστικό Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί σε αυτήν την περίπτωση κατά τα προβλεπόμενα.


.    /    .

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΚΑΙ ΥΦΟΥΠΟΥΡΓΟΙ

Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα και με τις ειδικές επισημάνσεις που ακολουθούν η Πορισματική Έκθεσή μας για τους ελεγχόμενους πρώην Υπουργούς και Υφυπουργούς είναι αναλυτικά η κατωτέρω:
 
 
Για τον κ. ΠΕΤΡΟ ΔΟΥΚΑ
1) Στις 7-6-2004 αποδέχτηκε τη Γνωμοδότηση με αριθμ. 26/2004 του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, που απεφάνθη ότι δεν συντρέχει νόμιμος λόγος επανεξέτασης των προηγούμενων Γνωμοδοτήσεων, οι οποίες γνωμοδοτούσαν για τη μη ύπαρξη δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου επί της λίμνης Βιστωνίδας, κατόπιν αιτήματος αναπομπής, που είχε υποβάλει ο Υφυπουργός Οικονομικών κ.Απ.Φωτιάδης, ενώ γνώριζε ότι υπήρχε εκκρεμοδικία της Ι.Μ. Βατοπεδίου και του Ελληνικού Δημοσίου με το ίδιο επίδικο αντικείμενο, και όφειλε να εξετάσει τη Γνωμοδότηση με τη μέγιστη επιμέλεια που απαιτείται στη διαχείριση υποθέσεων του Δημοσίου.

 2) Στις 22-6-2004 αποδέχτηκε την, κατόπιν αιτήματος της Ι.Μ Βατοπεδίου, Γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ.,  με επαρκώς νομικά αιτιολογημένη μειοψηφία,  και υπέγραψε, εκπροσωπώντας  το Ελληνικό Δημόσιο,  κοινή δήλωση για μη έκδοση απόφασης επί της αναγνωριστικής αγωγής που είχε καταθέσει η Ι.Μ Βατοπεδίου κατά του Ελληνικού Δημοσίου και εκκρεμούσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Η δήλωση αυτή ήταν μη σύννομη σύμφωνα με τον ΄Αρειο Πάγο, διότι έγινε μετά την διάσκεψη των μελών του Δικαστηρίου και άρα η απόφαση είχε ήδη εκδοθεί  και δεν δημοσιεύονταν με ευθύνη της Προέδρου του Δικαστηρίου, η οποία και καταδικάστηκε πρωτόδικα για τη  διαρροή του περιεχομένου της απόφασης.

3) Στις  6-7-2004, σε σύντομη συνάντησή του με την συντονιστική επιτροπή φορέων της Ξάνθης, δήλωνε σε αυτούς ότι θα ερευνήσει  το θέμα της Λίμνης, ενώ είχε ήδη  υπογράψει την παραίτηση  και γνώριζε λόγω της αρμοδιότητας του την εξέλιξη της υπόθεσης.  Στις 14-7-2004 παρέλαβε επιστολή των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της περιοχής, η οποία κοινοποιήθηκε και στον τότε Πρωθυπουργό κ. Καραμανλή, στην οποία του επεσήμαιναν τους κινδύνους από τις διεκδικήσεις της Ι.Μ.Β. και παρέλειψε να την αξιολογήσει.

4) Αντιθέτως, συνυπέγραψε  τη με αριθμ.  16651/26-7-2006 Κοινή Υπουργική Απόφαση, με τους Υπουργό και Υφυπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κ.κ.Ευάγγελο Μπασιάκο και Αλέξανδρο Κοντό αντίστοιχα, με την οποία ανέθεσαν στην Κ.Ε.Δ. να ανταλλάξει την λίμνη Βιστωνίδα, που ήταν αρμοδιότητάς  του με ακίνητα  του Δημοσίου, αρμοδιότητας Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, χωρίς ο ίδιος να ζητήσει ή να επιδιώξει απόφαση γνωμοδοτικού οργάνου.

            Την ως άνω Υπουργική Απόφαση ουδόλως μνημονεύει στα υπομνήματά του ο κ.Πέτρος Δούκας, ώστε να δώσει και εξήγηση για τη νομιμότητα και τη σκοπιμότητά της.

            Κυρίως όμως δεν εξηγεί πώς συνδέεται με το περιεχόμενο της κοινής δήλωσης παραίτησης από την έκδοση δικαστικής απόφασης ότι «δεν ενέχει αναγνώριση οποιουδήποτε τυχόν δικαιώματος της Ιεράς Μονής επί της επιδίκου εκτάσεως, αλλά ούτε και παραίτηση του Δημοσίου από οποιαδήποτε τυχόν δικαιώματα του επί των επιδίκων»,  αφού η δήλωση αυτή  και μόνον αυτή δρομολόγησε  τη διαδικασία των ανταλλαγών,

            Με την άνω Κ.Υ.Α.  όμως, ο Υφυπουργός κ. Πέτρος Δούκας, ενώ γνώριζε ότι η  Ι.Μ. Βατοπεδίου δεν έχει την κυριότητα της λίμνης Βιστωνίδας , διότι οι Υπουργικές Αποφάσεις ως πράξεις της Διοίκησης είναι αφενός ανακλητές και αφετέρου δεν είναι τίτλοι κυριότητας, συναίνεσε και συνέπραξε στην πραγματοποίηση ανταλλαγής ακινήτων του Δημοσίου, με ακίνητα που δεν ανήκαν στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου και ανήκαν και πάλι στο Δημόσιο ή ήταν πράγματα εκτός συναλλαγής, αποδεχόμενος έτσι πλήρως το αναγνωριστικό αίτημα κυριότητας της Ι.Μ.Β. όχι μόνο στις παραλίμνιες εκτάσεις, αλλά και στη Λίμνη Βιστωνίδα.

Το γεγονός ότι την πρωτοβουλία των κινήσεων για τις ανταλλαγές, είχε ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και με ακίνητα αρμοδιότητάς του έγιναν οι ανταλλαγές, δεν απαλλάσσει τον Υφυπουργό Οικονομικών από την παράλειψη του να επιμεληθεί των συμφερόντων του Δημοσίου, όντας υπεύθυνος για τη διαχείριση της δημόσιας υπηρεσίας.       

Οι άνω πράξεις και παραλείψεις του τέως Υφυπουργού Οικονομικών  κ. Πέτρου Δούκα, σαφώς τεκμηριώνουν τον απαιτούμενο δόλο, αλλά και την απαιτούμενη   ζημία του Ελληνικού Δημοσίου,  σε ποσό που  σαφώς υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ, που απαιτεί ως ζημία το άρθρο 390 Π.Κ., ιδίως δε οι πράξεις κλονισμού των δικαιωμάτων του Δημοσίου στη λίμνη Βιστωνίδα και οι πράξεις ανταλλαγής της λίμνης Βιστωνίδας, που δεν έχει εμπορική αξία, με ακίνητα του Δημοσίου υψηλής εμπορικής αξίας.

            Λόγω των παραπάνω επαρκών ενδείξεων προτείνουμε στην Ολομέλεια της Βουλής την παραπομπή του κ. Πέτρου Δούκα στο Δικαστικό Συμβούλιο για κακουργηματική απιστία του άρθρου 390 Π.Κ.  για τις πράξεις που περιγράφονται  από 1-4 .                                                             

Για την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας  του τέως Υφυπουργού Οικονομικών κ. Πέτρου Δούκα, για τις πράξεις ή παραλείψεις των υφισταμένων του η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της τακτικής ανάκρισης και δεν έχει εκδοθεί βούλευμα για το ποιοι υπάλληλοι παραπέμπονται και με ποιες κατηγορίες. Όσοι δε από αυτούς  κλήθηκαν να εξεταστούν ενώπιον μας αρνήθηκαν να καταθέσουν λόγω της ιδιότητας τους ως κατηγορούμενων.

Τα πραγματικά αυτά δεδομένα καθιστούν αδύνατη την τυποποίηση της κατηγορίας της ηθικής αυτουργίας για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των υφιστάμενων του τέως Υφυπουργού στο παρόν στάδιο. 

Ως κίνητρο τέλος των πράξεων ή παραλείψεων που συνιστούν επαρκείς ενδείξεις για την άσκηση ποινικής δίωξης, δεν προκύπτει με τα υπάρχοντα στοιχεία η ροή πολιτικού χρήματος. Αντίθετα, προκύπτουν επαρκείς κατά τη γνώμη μου ενδείξεις ότι κίνητρο ήταν η υλοποίηση κεντρικά αποφασισμένης κυβερνητικής πολιτικής, διευκόλυνσης και εύνοιας προς τα συμφέροντα της Ι.Μ.Β. προς ανταπόδοση υποστήριξης, χάριν της ενίσχυσης και αναπαραγωγής της προσωπικής και κομματικής πολιτικής ισχύος που εξασφαλίζει η επιρροή της εκκλησίας σε σημαντικά τμήματα της ελληνικής κοινωνίας.

.    /    .

 

 
 
 
Για τον κ. ΕΥΑΓΓΕΛΟ ΜΠΑΣΙΑΚΟ
1)Στις 25-01-2005 υπέγραψε ως Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Υπουργική Απόφαση με αρ. 3822 που ανέθετε στην Κ.Ε.Δ. την ανταλλαγή εκτάσεων του Υπουργείου με τις παραλίμνιες εκτάσεις . Η Υ.Α. βασίστηκε στη Γνωμοδότηση του Δ΄ Τμήματος του Ν.Σ.Κ. με αρ. 15/9-12-2004 που προκλήθηκε από ερώτημα του ίδιου.  Η άνω Υ.Α., είναι πράξη αμφισβητούμενης νομιμότητας, γιατί δεν δημοσιεύτηκε ποτέ, ενώ αποτέλεσε τον οδηγό για όλες τις ανταλλαγές.  Εξάλλου από όσα είχαν προηγηθεί και όσα ακολούθησαν, η Ι.Μ.Β. είχε ήδη ξεκινήσει τον σχεδιασμό. Όπως  προκύπτει  από την κατάθεση του πρώην Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης κ.Σάββα Τσιτουρίδη, οι μοναχοί, ήδη από τον Ιούλιο του 2004, τον είχαν επισκεφθεί για να του υποδείξουν ακίνητα προς ανταλλαγή.

Ακολούθησε  έγγραφο της Διευθύντριας Πολιτικής Γής κ.Σταματίνας Μαντέλη, στις 3.11.2004  προς διάφορες νομαρχίες, με το οποίο ζητάει να ενημερωθεί άμεσα το γραφείο του Υφυπουργού κ. Κοντού εντός 10 ημερών, «για διαθέσιμες εκτάσεις με οικοπεδική ή τουριστική αξία ή είναι παραθαλάσσιες». Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ενώ οι ανταλλαγές είχαν ήδη δρομολογηθεί, ο κ.Ευ. Μπασιάκος προκάλεσε μια Γνωμοδότηση για να νομιμοποιήσει την έκδοση της ΥΑ.

 2)  Στις 26-7-2006 συνυπέγραψε με τους Υφυπουργούς Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης κ.κ.Πέτρο Δούκα και Αλέξανδρο Κοντό την Κοινή Υπουργική Απόφαση με αρ.16651 που ανέθετε στην Κ.Ε.Δ. την ανταλλαγή της λίμνης Βιστωνίδας, αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών, με ακίνητα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης,  η οποία βασίστηκε στη Γνωμοδότηση 15/2004 η οποία  αφορούσε τις παραλίμνιες εκτάσεις και όχι τη λίμνη Βιστωνίδα.

3)Αποδέχτηκε τη διαδικασία εκτίμησης της Λίμνης και των παραλίμνιων εκτάσεων από το Σ.Ο.Ε., που προκάλεσε με πρωτοβουλία της η Ι.Μ.Β., προμηθεύοντας το Σ.Ο.Ε. με επιλεκτικά στοιχεία για να υπερεκτιμηθεί η Λίμνη και οι παραλίμνιες εκτάσεις, που είχαν ως αποτέλεσμα να αποκτήσει τιμή και εμπορική αξία η Λίμνη.

       Με την Υ.Α. 3822/25-01-2004 και την Κ.Υ.Α. 16651/26-7-2006 ο κ.Ευάγγελος Μπασιάκος εν γνώσει του,  ως διαχειριστής της περιουσίας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ζημίωσε το Ελληνικό Δημόσιο  σε ποσό που υπερβαίνει τις  15.000 ευρώ, γνωρίζοντας ότι η Ι. Μ. Βατοπεδίου δεν έχει την κυριότητα της λίμνης Βιστωνίδας , διότι οι Υπουργικές Αποφάσεις ως πράξεις της Διοίκησης είναι ανακλητές και δεν είναι τίτλοι κυριότητας, άρα συναίνεσε στη ανταλλαγή ακινήτων του Δημοσίου με ακίνητα από μη κύριο, πέραν του κοινοχρήστου χαρακτήρα της.

               Λόγω των παραπάνω επαρκών ενδείξεων προτείνουμε στην Ολομέλεια της Βουλής την παραπομπή του Ευάγγελου Μπασιάκου στο Δικαστικό Συμβούλιο για κακουργηματική απιστία του 390ΠΚ για τις πράξεις που περιγράφονται από 2-4.

 Όσον αφορά στην κατηγορία της ηθικής αυτουργίας  του τέως Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ.Ευάγγελου Μπασιάκου για τις πράξεις ή παραλείψεις των υφισταμένων του η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της τακτικής ανάκρισης και δεν έχει εκδοθεί βούλευμα για το ποιοι υπάλληλοι παραπέμπονται και με ποιες κατηγορίες. Όσοι δε από αυτούς  κλήθηκαν να εξεταστούν ενώπιον μας, αρνήθηκαν να καταθέσουν λόγω της ιδιότητας τους ως κατηγορούμενων.

Τα πραγματικά αυτά δεδομένα καθιστούν αδύνατη την τυποποίηση της κατηγορίας της ηθικής αυτουργίας για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των υφιστάμενων του τέως Υφυπουργού στο παρόν στάδιο. 

Ως κίνητρο τέλος των πράξεων ή παραλείψεων που συνιστούν επαρκείς ενδείξεις για την άσκηση ποινικής δίωξης, δεν προκύπτει με τα υπάρχοντα στοιχεία  ροή πολιτικού χρήματος. Αντίθετα, προκύπτουν επαρκείς κατά τη γνώμη μου ενδείξεις ότι κίνητρο ήταν η υλοποίηση κεντρικά αποφασισμένης κυβερνητικής πολιτικής, διευκόλυνσης και εύνοιας προς τα συμφέροντα της Ι.Μ.Β. προς ανταπόδοση υποστήριξης, χάριν της ενίσχυσης και αναπαραγωγής της προσωπικής και κομματικής πολιτικής ισχύος που εξασφαλίζει η επιρροή της εκκλησίας σε σημαντικά τμήματα της ελληνικής κοινωνίας.

.    /    .

 

 

 Για τον κ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΚΟΝΤΟ

 1)Στις  26-7-2006 συνυπέγραψε την Κοινή Υπουργική Απόφαση με αριθμ. 16651 με τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης κ.Ευάγγελο Μπασιάκο και τον Υφυπουργό Οικονομικών κ.Πέτρο Δούκα, με την οποία ανέθεσαν στην Κ.Ε.Δ. την ανταλλαγή της λίμνης Βιστωνίδας, αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών με ακίνητα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης.

Με την Κ.Υ.Α. 16651/26-7-2006 ο κ.Αλέξανδρος Κοντός, ως διαχειριστής της περιουσίας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και πολιτικός προϊστάμενος της αρμόδιας Διεύθυνσης Πολιτικής Γης, ζημίωσε το Ελληνικό Δημόσιο σε ποσό που υπερβαίνει τις 15.000 ευρώ  γνωρίζοντας ότι η Ι. Μ. Βατοπεδίου δεν έχει την κυριότητα της λίμνης Βιστωνίδας, διότι οι Υπουργικές  Αποφάσεις ως πράξεις της Διοίκησης είναι ανακλητές και δεν είναι τίτλοι κυριότητας, παρά ταύτα όμως  συναίνεσε στην ανταλλαγή ακινήτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου με ακίνητα επί των οποίων η Ι. Μ. Βατοπεδίου  δεν είχε την κυριότητα. Η ευθύνη του επιτείνεται από το γεγονός ότι ο κ.Αλέξανδρος Κοντός, ως βουλευτής Ξάνθης , όσο ήταν στην αντιπολίτευση, πρωτοστατούσε στις αντιδράσεις των τοπικών παραγόντων, καταγγέλλοντας τις Υ.Α.  των Υφυπουργών κ.κ.Δρυ και Φωτιάδη ως παράνομες, ενώ ως Υφυπουργός  δεν ενημέρωσε τους συναδέλφους του Υπουργούς, για το ιστορικό και τη διάσταση της υπόθεσης, αποδεχόμενος  την κυριότητα της Μονής,  η  δε υπηρεσία Πολιτικής Γης, της οποίας προΐστατο, έπαιξε  κεντρικό ρόλο στις ανταλλαγές.

Όντας στην αντιπολίτευση γνώριζε και κατάγγειλε τις ποινικές ευθύνες των Υφυπουργών κ.κ.Δρυ και Φωτιάδη, αναφερόταν σε στημένες γνωμοδοτήσεις, για κρίσιμα δηλαδή θέματα, για τα οποία δεν ενημέρωσε ούτε τον Υφυπουργό Οικονομικών κ.Πέτρο Δούκα, ούτε τον Υπουργό κ.Ευάγγελο Μπασιάκο.

2) Δεν εξαίρεσε από τις παραλίμνιες εκτάσεις, αυτές που είχαν ήδη παραχωρηθεί σε τρίτους με διανομή και αναδασμό, με αποτέλεσμα η Ι.Μ.Β. να ωφελείται εκτός των άλλων από την ανταλλαγή, φερόμενη ως ιδιοκτήτρια μεγαλύτερης έκτασης από αυτήν που δήθεν είχε, ζημιώνοντας περαιτέρω το Δημόσιο, αν και ως Βουλευτής της περιοχής και συμμέτοχος στις κινητοποιήσεις επί κυβέρνησης ΠΑ.ΣΟ.Κ., γνώριζε αυτήν την πραγματικότητα.

3)Προετοίμασε με τη μέγιστη επιμέλεια την ανταλλαγή, με την αναζήτηση εκτάσεων του Δημοσίου που ανήκαν στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

Συγκεκριμένα τόσο στις 3.11.2004 (λίγους μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ως Υφυπουργού), όσο και στις  17.5.2005, η κ.Σταματίνα Μαντέλη, Προϊστάμενη Δ/νσης Πολιτικής Γης, συνέταξε έγγραφο κατ’ εντολήν του, το οποίο και απέστειλε προς όλες τις Νομαρχίες, με το οποίο ζητάει να ενημερωθεί άμεσα το γραφείο του Υφυπουργού κ. Κοντού εντός 10 ημερών, για διαθέσιμες εκτάσεις με οικοπεδική ή τουριστική αξία ή που είναι παραθαλάσσιες.

            Λόγω των παραπάνω επαρκών ενδείξεων προτείνουμε στην Ολομέλεια της Βουλής την παραπομπή του κ.Αλεξάνδρου Κοντού στο Δικαστικό Συμβούλιο για κακουργηματική απιστία του άρθρου  390 ΠΚ για τις πράξεις που περιγράφονται  από 1-3.

Όσον αφορά στην κατηγορία της ηθικής αυτουργίας του τέως Υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ.Αλέξανδρου Κοντού για τις πράξεις ή παραλείψεις των υφισταμένων του η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της τακτικής ανάκρισης και δεν έχει εκδοθεί βούλευμα για το ποιοι υπάλληλοι παραπέμπονται και με ποιες κατηγορίες. Όσοι δε από αυτούς  κλήθηκαν να εξεταστούν ενώπιον μας αρνήθηκαν να καταθέσουν λόγω της ιδιότητας τους ως κατηγορούμενων.

Τα πραγματικά αυτά δεδομένα καθιστούν  αδύνατη την τυποποίηση της κατηγορίας της ηθικής αυτουργίας για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των υφιστάμενων του τέως Υφυπουργού στο παρόν στάδιο.

Ως κίνητρο τέλος των πράξεων ή παραλείψεων που συνιστούν επαρκείς ενδείξεις για την άσκηση ποινικής δίωξης, δεν προκύπτει με τα υπάρχοντα στοιχεία ροή πολιτικού χρήματος. Αντίθετα, προκύπτουν επαρκείς κατά τη γνώμη μου ενδείξεις ότι κίνητρο ήταν η υλοποίηση κεντρικά αποφασισμένης κυβερνητικής πολιτικής, διευκόλυνσης και εύνοιας προς τα συμφέροντα της Ι.Μ.Β. προς ανταπόδοση υποστήριξης, χάριν της ενίσχυσης και αναπαραγωγής της προσωπικής και κομματικής πολιτικής ισχύος που εξασφαλίζει η επιρροή της εκκλησίας σε σημαντικά τμήματα της ελληνικής κοινωνίας.

.    /    .


 

Για τον κ. ΘΕΟΔΩΡΟ ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟ

Ερευνήθηκε κατά πόσο ο πρώην Υπουργός Επικρατείας, κ.Θεόδωρος Ρουσόπουλος, υπέχει ποινικές ευθύνες για τις πράξεις και τη συμπεριφορά του κατά το υπό κρίση χρονικό διάστημα που εκτυλισσόταν η υπόθεση Βατοπεδίου, και συγκεκριμένα κατά πόσο τέλεσε το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 46, παρ. 1α Π.Κ., στους: 

1α) Υφυπουργό Οικονομικών κ.Πέτρο Δούκα, β) Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ.Ευάγγελο Μπασιάκο και γ) Υφυπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ.Αλέξανδρο Κοντό να διαπράξουν το αδίκημα της κακουργηματικής απιστίας του άρθρου 390Π.Κ., σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται σχετικά στα κατ’ ιδίαν κεφάλαια του πορίσματος και

2) στους παραπάνω α, β και γ να τελέσουν το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 46, παρ. 1α Π.Κ., στους υφιστάμενους υπαλλήλους τους να διαπράξουν τα αδικήματα της απιστίας στην υπηρεσία (άρθρο 256 Π.Κ.), της ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 242 Π.Κ.) και παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.), όπως έχει ασκηθεί δίωξη εναντίον τους  από την τακτική δικαιοσύνη.

Από τη μελέτη του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, ιδίως δε των μαρτυρικών καταθέσεων και των δημοσιογραφικών δημοσιευμάτων, αναδεικνύεται ισχυρά η εκδοχή ότι προϋπήρχε σχεδιασμός από ορισμένα υψηλόβαθμα στελέχη της τότε κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, ή έστω συγκεκριμένη πολιτική βούληση, ώστε να εξυπηρετηθούν συμφέροντα της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου, το δε πρόσωπο του πρώην Υπουργού Επικρατείας, κ.Θεόδωρου Ρουσόπουλου βρίσκει την αντιστοίχησή του στον άνθρωπο που είναι πίσω από κρίσιμες στιγμές της όλης εξέλιξης των γεγονότων. Στον προαναφερόμενο συνεκτιμάται και η ιδιαίτερη σχέση που έχει με το γέροντα Εφραίμ, στον οποίον αναγνωρίζει τον πνευματικό του πατέρα, καθώς και των συχνών και μακράς διάρκειας επισκέψεών του στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου, με την οικογένειά του ή κυβερνητικούς συνεργάτες του, όπως τον κ.Ιωάννη Αγγέλου, διευθυντή του γραφείου του τότε Πρωθυπουργού κ.Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Κομβικό σημείο εκδήλωσης της βαρύνουσας σε σημασία εμπλοκής του κ.Θεόδωρου Ρουσόπουλου στην υπόθεση είναι η επιλογή του από κοινωνικούς και επαγγελματικούς φορείς της Ξάνθης να συμμετάσχει σε συνάντηση μαζί τους, στις 6-9-2004, ώστε να αποπειραθούν τη διευθέτηση του προβλήματος της Βιστωνίδας. Επιλέγεται τότε ως ο πλησιέστερος στον Πρωθυπουργό. Με κατάλληλους, αλλά εμφανέστατους χειρισμούς αποκλείονται από τη συνάντηση αυτή μέλη του ΠΑ.ΣΟ.Κ., ο κ.Αθανάσιος Ξυνίδης, τότε Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ξάνθης και ο κ.Βασίλειος Τσολακίδης, Δήμαρχος του Δήμου Βιστωνίδας. Το περιεχόμενο αυτής της «μυστικής» σύσκεψης δεν γνωστοποιείται, αντιθέτως γίνεται προσπάθεια από τους συμμετέχοντες να την απενοχοποιήσουν, με επανάληψη του επιχειρήματος ότι ο κ.Θ.Ρουσόπουλος δηλώνει αναρμόδιος, ενώ αντιθέτως, σε άλλη φάση,  φέρεται να δηλώνει ότι το θέμα της κυριότητας έχει λήξει και ότι «θα τους τα δώσουμε κάπου αλλού». Σημειωτέον πάντως ότι το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πραγματοποιείται η παραπάνω σύσκεψη καθορίζεται από δύο δεδομένα: α) της κατοχύρωσης δικαιωμάτων της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου επί της Λίμνης και β) της εκπεφραμένης βούλησής της να προχωρήσουν σε ανταλλαγές με άλλα ακίνητα του Δημοσίου, με σκοπό να ανακτηθεί η Λίμνη από το Δημόσιο.

Αν και ο συμμετάσχων στην παραπάνω «μυστική» σύσκεψη Υφυπουργός κ.Αλέξανδρος Κοντός – ο οποίος νωρίτερα πρωτοστατούσε στις κινητοποιήσεις των κατοίκων και των φορέων της περιοχής που αντιδρούσαν σε διευθέτηση του προβλήματος με διακύβευση των συμφερόντων δημόσιου περιεχομένου υπέρ των συμφερόντων της Ι.Μ.Β. καταγγέλλοντάς το στη Βουλή – είναι αρμόδιος και παρών, ο κ.Θ.Ρουσόπουλος ισχυρίζεται ότι απλώς δήλωσε «αναρμοδιότητα». Στη συνέχεια, αρχές Οκτωβρίου ο κ.Θεόδωρος Ρουσόπουλος επικοινωνεί τηλεφωνικά με τον τότε Υπουργό κ.Ευάγγελο Μπασιάκο για να του ζητήσει ταχεία επίλυση του ζητήματος. Ακολουθούν οι γνωστές ενέργειες του Υπουργού κ.Ευ. Μπασιάκου.

Από μαρτυρική κατάθεση αναδεικνύεται ότι πιθανώς έχουν ασκηθεί πιέσεις και στον τότε Υφυπουργό κ.Πέτρο Δούκα από τον κ Θεόδωρο Ρουσόπουλο και τον  κ.Ιωάννη Αγγέλου.

Η ταχύτητα διεκπεραίωσης και ολοκλήρωσης της όλης διαδικασίας, για να υλοποιηθεί η υπόθεση Βατοπεδίου σε όλες τις επιμέρους παραμέτρους της, παραπέμπει αναμφισβήτητα στην ύπαρξη συντονισμού και συνεννοήσεων όλων όσων ενεπλάκησαν, Υπουργών, υπηρεσιών, επιχειρηματικών κύκλων κλπ., απαιτούνται δε προς τούτο τα πρόσωπα που χειρίζονται τις διαδικασίες ώστε να είναι αποτελεσματικές.

Αφού αξιολογήθηκε το υλικό που είχε στη διάθεση της η Επιτροπή μας,

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, Ιωάννη Παπαγιάννη, Ιωάννη Ντάσκα, Χρίστου Τελίδη, δημοσιογράφων, Σάββα Τσιτουρίδη, πρώην Υπουργού Α.Α.& Τ., Αικατερίνης Πελέκη-Βουλγαράκη, συμβολαιογράφου Αθηνών, Ιωάννη Διουνυσόπουλου, Προέδρου του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου  Δημοσίων Κτημάτων και τέλος

Με την επισήμανση ότι εκτιμάμε ότι όσα προηγουμένως εκτέθηκαν σχηματίζουν την εικόνα του ανθρώπου που έχει ρόλο «συντονιστή» ή και «ιθύνοντα νου» στην όλη υπόθεση, πράγμα που τον βαρύνει με σοβαρή και σαφή πολιτική ευθύνη.

Κατόπιν αυτών, λαμβανομένων υπόψη ότι:

για να καταστεί δυνατό να αποδοθεί η κατηγορία της ηθικής αυτουργίας, απαιτείται να περιγράφονται και να αποδεικνύονται οι συγκεκριμένες υλικές πράξεις, προσδιορισμένες τοπικά και χρονικά οι οποίες οδήγησαν αιτιωδώς στη λήψη απόφασης από τον αυτουργό για τη διάπραξη της άδικης πράξης. Τέτοιες πράξεις μπορεί να είναι πειθώ, φορτικότητα, επιβολή ή επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και θέσης του ή της σχέσης του με τον αυτουργό. Ότι επίσης απαιτείται να προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται η πρόκληση της απόφασης στο φυσικό αυτουργό, με συγκεκριμένο τρόπο και μέσο,

ότι περαιτέρω, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από το υλικό που συγκέντρωσε και γνωρίζει η Επιτροπή, κυρίως δε επειδή δεν έχει ολοκληρωθεί η τακτική ανάκριση και εφόσον δεν είναι ακόμα γνωστή η εξατομίκευση των κατηγοριών, ώστε να είναι εφικτή η σύνδεση των προσώπων μεταξύ τους, καθώς και η αλληλεπίδραση των πράξεων τους και

ότι παρά το γεγονός ότι η επαγωγική σκέψη οδηγεί ήδη σε εύστοχα συμπεράσματα, λόγω των περιγραφών στις μαρτυρικές καταθέσεις και τα δημοσιογραφικά δημοσιεύματα σχετικά με το μέγεθος και τον χαρακτήρα της εμπλοκής του κ.Θεόδωρου Ρουσόπουλου στην όλη εξεταζόμενη υπόθεση, πλην όμως χωρίς αυτό να μπορεί να συσχετιστεί επαρκώς με τις υλικές πράξεις που απαιτείται να έχουν προηγηθεί της απόφασης για την τέλεση των συγκεκριμένων αδικημάτων από τους φυσικούς αυτουργούς, καθώς και με τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η πρόκληση της απόφασης σ’ αυτούς

Κρίνουμε ότι:

Δεν συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις γα ποινικές ευθύνες του κ.Θεόδωρου Ρουσόπουλου από την τέλεση του αδικήματος της ηθικής αυτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 46, παρ. 1α, Π.Κ., στους: 

α) Υφυπουργό Οικονομικών κ.Πέτρο Δούκα, β) Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ.Ευάγγελο Μπασιάκο και γ) Υφυπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ.Αλέξανδρο Κοντό να διαπράξουν το αδίκημα της κακουργηματικής απιστίας του άρθρου 390 ΠΚ και

2) στους παραπάνω α, β και γ να τελέσουν το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 46, παρ. 1α, Π.Κ., στους υφιστάμενους υπαλλήλους τους να διαπράξουν τα αδικήματα της απιστίας στην υπηρεσία (άρθρο 256 ΠΚ), της ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 242 Π.Κ.) και παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.), όπως έχει ασκηθεί δίωξη εναντίον τους  από την τακτική δικαιοσύνη και

Συνεπώς δεν προτείνουμε την άσκηση ποινικής δίωξης κατά αυτού. Για το ενδεχόμενο όμως να προκύψουν στο επόμενο διάστημα νέα στοιχεία, κυρίως όμως με την ελπίδα ότι στην Ολομέλεια θα αναπτυχθεί πλούσιος και σοβαρός διάλογος σχετικά με κρίσιμα νομικά και πραγματικά ζητήματα,  επιφυλασσόμαστε για την τελική μας κρίση στη σχετική συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής.

Τέλος, απαιτείται μια ακόμα αποσαφήνιση σχετικά με την κατά τη γνώμη μας συνέργεια και όχι ηθική αυτουργία του κ.Θ.Ρουσόπουλου στην υπόθεση Βατοπεδίου. Ο κ.Θ.Ρουσόπουλος δεν μπορούσε μόνο εκ της θέσεώς του ως Υπουργός Επικρατείας να διαθέτει τέτοια προσωπική ισχύ ώστε να «πιέζει» ή να «πείθει» ή να «επιβάλλει» σε άλλους Υπουργούς πράξεις ή παραλείψεις σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος. Τέτοια ισχύ μπορούσε να έχει μόνο ως εκφραστής της αυθεντικής πολιτικής βούλησης του τότε Πρωθυπουργού.

Οι στενές σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας στην ελληνική πολιτική ζωή διαμορφώνουν σχέσεις αλληλοϋποστήριξης εκπροσώπων της εκκλησίας και πολιτικών προσώπων ή κομμάτων. Προϊόν αυτών των σχέσεων είναι η ιδιαίτερη εύνοια προς αιτήματα της εκκλησίας με κίνητρο την ανταπόδοση υποστήριξης χάριν της ενίσχυσης και αναπαραγωγής της πολιτικής ισχύος.

Κανείς Υπουργός δεν θα έστεργε να συνδράμει την εκφρασμένη ή εικαζόμενη βούληση του Υπουργού Επικρατείας προς ευνοϊκή αποδοχή των αιτημάτων των μοναχών, αν δεν ήταν βέβαιος ότι η βούληση αυτή εκπορεύεται αυθεντικά από κυβερνητικές επιλογές του ίδιου του τότε Πρωθυπουργού.

.   /   .

  

Για τον κ. ΓΕΩΡΓΙΟ ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ 

Ερευνήθηκε κατά πόσο ο τότε Yπουργός Πολιτισμού, κ. Γεώργιος Βουλγαράκης, υπέχει ποινικές ευθύνες επειδή ενδεχομένως παρέλειψε να προβεί στις απαραίτητες, σύμφωνα με το νόμο, ενέργειες ως προϊσταμένη αρχή, αλλιώς ενδεχομένως παρέβη τα καθήκοντά του με δόλο, όταν, κατά το διάστημα που έλαβαν χώρα ανταλλαγές ακινήτων του ελληνικού Δημοσίου με άλλα στη λίμνη Βιστωνίδα, και ειδικότερα όταν με το με αριθμό 2823/22-5-2007 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου κ.Αικατερίνης Πελέκη μεταβιβάστηκε έκταση 8.608 στρεμμάτων που βρίσκεται στην Ουρανούπολη Χαλκιδικής, από το ελληνικό Δημόσιο στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου. Η εν λόγω έκταση αποτελεί τμήμα ευρύτερης περιοχής που είχε χαρακτηριστεί αρχαιολογικός προστατευόμενος χώρος με την Υ.Α. 5980/16-10-1965 και περιλαμβάνει την περιοχή της Χερσονήσου του Άθω από τη διώρυγα του Ξέρξη και μέχρι τα ακρωτήρια Πίννες και Ακρόθωον, στην οποία σώζονται βυζαντινά και μεταβυζαντινά κτίσματα, δηλαδή, μονές, σκήτες, κελιά, ναοί, μετόχια, εξωκλήσια, αγιάσματα κ.λπ. (καταγεγραμμένα μέχρι τώρα συνολικά 36) και χαρακτηρίζονται ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία ακόμη και αυτά που είναι ερείπια με τον άμεσα περιβάλλοντα χώρο τους.

Αφού μελετήθηκε η κείμενη νομοθεσία, ιδίως ο ν. 3028/2002 για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς, ο οποίος κατισχύει όλων των προηγουμένων και

αξιολογήθηκε το έγγραφο προανακριτικό υλικό, που αποτελείται από τα εξής έγγραφα: διάφορα έγγραφα της Νομαρχίας Χαλκιδικής, Τμήματος Πολιτικής Γης, με τα οποία παραχωρούνται εκτάσεις στην περιοχή του αγροκτήματος Προσφορίου Ουρανούπολης Χαλκιδικής, τα συμβόλαια μεταβιβάσεων ακινήτων Χαλκιδικής και τις καταθέσεις των μαρτύρων.

            Αφού συσχετίστηκαν τα παραπάνω κυρίως με υφισταμένη ή μη υποχρέωση του πρώην υπουργού Πολιτισμού να προκαλέσει σχετική γνωμοδότηση των αρμόδιων αρχαιολογικών υπηρεσιών πριν από την υπογραφή του προναφερόμενου μεταβιβαστικού συμβολαίου, καθώς και με υφιστάμενη ή μη υποχρέωσή του πρόκλησης διαδικασίας ακύρωσης του ίδιου αυτού συμβολαίου και επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, που κρίθηκαν κρίσιμα για το σχηματισμό πεποίθησης από την επιτροπή μας και τέλος

Με την εμφαντική επισήμανση ότι 1) θεωρούμε ότι ο τρόπος που ενήργησε το κρίσιμο χρονικό διάστημα ο πρώην Υπουργός Πολιτισμού Γεώργιος Βουλγαράκης συγκροτεί την έννοια της πολιτικής ευθύνης, αφού όφειλε σαφώς να γνωρίζει και κατά πάσα βεβαιότητα γνώριζε, ότι επρόκειτο για μία σαφώς ευαίσθητη γεωγραφική περιοχή, σχετικά με τις μεταβιβάσεις τμημάτων της οποίας είχε ασφαλώς και πριν την ολοκλήρωση των διατυπώσεων, ενημερωθεί από το οικογενειακό του περιβάλλον, πράγμα που θα έπρεπε να του προκαλέσει τουλάχιστον ενδιαφέρον και ανησυχία που αντιστοιχεί σε έναν κορυφαίο πολιτικό στέλεχος της κυβέρνησης 2) Ότι θα περίμενε κανείς, ανεξάρτητα από τον εφησυχασμό που γεννά η βεβαιότητα για την τυπική εφαρμογή του νόμου, ακόμα και εκείνη τη χρονική στιγμή, να παρέμβει επ’ ωφελεία του δημοσίου συμφέροντος, διερευνώντας τουλάχιστον σε βάθος τις σύνθετες έστω πολιτικές παραμέτρους που διαμόρφωναν τα αποτελέσματα μίας μακρόχρονης πορείας προς την υποτίμηση και της ουσιαστικής και της τυπικής νομιμότητας

Εκτιμάμε α) ότι με δεδομένο ότι για τη στοιχειοθέτηση της παράβασης καθήκοντος, άρθρο 259 Π.Κ., απαιτείται η εκ προθέσεως παράβαση ενός συγκεκριμένου καθήκοντος της υπηρεσίας, με σκοπό ο δράστης να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον οικονομικό όφελος ή να βλάψει το κράτος,

β) ότι στην ισχύουσα νομοθεσία δεν υπάρχει ρητή υποχρέωση του Υπουργού Πολιτισμού να προβεί 1) σε άδεια, έγκριση ή γνωμοδότηση πριν από τη σύνταξη συμβολαίων μεταβίβασης της κυριότητας εκτάσεων εντός αρχαιολογικού χώρου και 2) σε ακύρωση συμβολαίου μεταβίβασης της κυριότητας τέτοιων εκτάσεων,

γ) ότι η παράβαση καθήκοντος δεν τιμωρείται από αμέλεια, που κατά πάσα πιθανότητα περιγράφει την πολιτική συμπεριφορά του τέως Υπουργού Πολιτισμού, που ως θιασώτης της τυπικής νομιμότητας, κατέληγε να παρακάμπτει και την ουσιαστική νομιμότητα.

Συνεπώς δεν προτείνουμε την άσκηση ποινικής δίωξης κατά αυτού. Για το ενδεχόμενο όμως να προκύψουν στο επόμενο διάστημα νέα στοιχεία, κυρίως όμως με την ελπίδα ότι στην Ολομέλεια θα αναπτυχθεί πλούσιος και σοβαρός διάλογος σχετικά με κρίσιμα νομικά και πραγματικά ζητήματα,  επιφυλασσόμαστε για την τελική μας κρίση στη σχετική συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής.

Παρά ταύτα τα συνολικά δεδομένα αναδεικνύουν και για τον κ.Γεώργιο Βουλγαράκη σαφείς προσωπικές πολιτικές ευθύνες σχετικά με την υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος στην υπόθεση Βατοπεδίου.

 
 
 
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
  

Η διαχρονική πολιτική ευθύνη στο σκάνδαλο του Βατοπεδίου  των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ είναι δεδομένη.

Οι συνέπειες όμως και οι πολιτικές κυρώσεις ανύπαρκτες.

Η πολιτική ευθύνη, ως μέγεθος , τείνει να διευρυνθεί  λεκτικά και να περιοριστεί   πολιτικά, έτσι ώστε πολιτική και ευθύνη να γίνουν έννοιες ασύμβατες.

Ο πολιτικός βερμπαλισμός υποκαθιστά την ουσία του πολιτικού ελέγχου και της πολιτικής κύρωσης.

Έτσι όταν στις 16.12.2008 ο τότε Πρωθυπουργός κ.Κ. Καραμανλής, ανέλαβε πανηγυρικά την πολιτική ευθύνη του σκανδάλου στη συνεδρίαση της Κ.Ο. της Ν.Δ., σε μια καθόλου  χρονικά ανώδυνη στιγμή,  -10 ημέρες μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και το κίνημα εξέγερσης της νεολαίας, που το σκάνδαλο του Βατοπεδίου, αποτέλεσε μια από τις αιτίες του-, η ανάληψη αυτή δεν συνοδεύτηκε από καμία δημόσια κύρωση των εμπλεκόμενων προσώπων.

Το γεγονός ότι απομακρύνθηκαν από το Πρωθυπουργικό περιβάλλον πρόσωπα που ευθέως κατηγορήθηκαν για το σκάνδαλο ή δεν ήταν υποψήφιοι στις επόμενες εκλογές, είχαν να κάνουν περισσότερο με απόπειρα μείωσης του πολιτικού κόστους, πάρα με την ουσία της πολιτικής ευθύνης.

Ένα δημόσιο μάθημα «ανεύθυνης» πολιτικής  εξαγγέλθηκε από τα Πρωθυπουργικά χείλη, συμβατό με το ποινικά ανεύθυνο, που θεσμικά ισχύει για τα πολιτικά πρόσωπα.

Η μονοπώληση της επιχειρηματολογίας της Ν.Δ. στην ανάληψη της πολιτικής ευθύνης συνοδεύεται και από την πολιτική ρητορεία για το ύψος της ζημίας που υπέστη το Δημόσιο, που πράγματι δεν έχει διευκρινιστεί.

Σε κάθε περίπτωση όμως υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των 15.000 ευρώ, που απαιτεί το άρθρο 390 ΠΚ, με το οποίο παραπέμπονται τα  εμπλεκόμενα πολιτικά πρόσωπα.

Αν απαιτείται είναι κυρίως για πολιτικούς λόγους, ώστε να καταλογιστεί πολιτικά στην κυβέρνηση της ΝΔ το πόσο ζημίωσε το δημόσιο συμφέρον, ώστε στη συνέχεια να αναζητηθεί η ζημία από την ΙΜΒ.

Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ζήτησε παράταση των εργασιών της Επιτροπής, κυρίως γιατί θεωρεί κρίσιμο μέγεθος το ύψος της ζημίας, όχι για την ποινική τεκμηρίωση του άρθρου 390 ΠΚ, αφού μόνο για τα ακίνητα που ανταλλάγησαν με τη λίμνη Βιστωνίδα, που ανήκε στο Δημόσιο ή ήταν κοινόχρηστη και εκτιμήθηκε από το ΣΟΕ 60.000.000 ευρώ, η ζημία είναι απόλυτα τεκμηριωμένη, αλλά κυρίως γιατί με το τέλος των εργασιών της Επιτροπής, κινδυνεύει  να παγώσει και η διαδικασία εκτίμησης της ζημίας και της αναζήτησης της ροής μαύρους χρήματος.

Σημειωτέον ότι  κατά το στάδιο της έρευνας των δυο εξεταστικών επιτροπών, σε κανένα από τα συνταχθέντα πορίσματα της Ν.Δ. δεν είχε αμφισβητηθεί η  προκληθείσα ζημία του Δημοσίου.

Η  ίδια η Ν.Δ. στο πρώτο πόρισμά της αναγνώριζε τη διαχρονική ύπαρξη πολιτικών ευθυνών για την υπόθεση, και επεσήμαινε ότι « απεδείχθη η ελλειμματική λειτουργία των φορέων και των υπηρεσιών που ενεπλάκησαν, καθώς και τα κενά του θεσμικού και νομοθετικού πλαισίου που επέτρεψαν την παρεκτροπή της εν λόγω υπόθεσης και την πρόκληση ζημίας σε βάρος των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου». Στο δε πόρισμα της νέας Εξεταστικής Επιτροπής αναγνώριζε την ύπαρξη ζημίας, εντόπιζε όμως τις ευθύνες στους συμμέτοχους (Κ.Ε.Δ., Διεύθυνση Πολιτικής Γης κ.λ.π.) και μάλιστα απέδιδε ευθύνες στον νυν Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών κ. Γ. Παπακωνσταντίνου, «για την καθυστέρηση αντίδρασης στο θέμα επανάκτησης των ακινήτων».

Ταυτόχρονα και συμπληρωματικά, στο όνομα τού ότι η Ι.Μ.Β. είναι Ν.Π.Δ.Δ., γίνεται προσπάθεια να ενοποιηθεί η ζημία ως ζημία του δημοσίου, και μέσω της ταύτισης του υποκειμένου της ζημίας να ακυρωθεί η ίδια η ύπαρξη της ζημίας.

Τα ζητήματα αυτά, καταγράφονται στο βαθμό που αναπτύσσονται ως υπερασπιστικοί ισχυρισμοί των εμπλεκόμενων πολιτικών προσώπων και αντικρούονται νομικά και πολιτικά.

Για τη σύνταξη του παρόντος Πορίσματος, τηρήθηκε όλη η απαιτούμενη πολιτική και νομική δεοντολογία, χωρίς δημόσιες δηλώσεις και παρουσία στα ΜΜΕ, χωρίς σκοπιμότητες ή άλλες ιεραρχήσεις, με βάση το ελεύθερο φρόνημα που πρέπει να διακρίνει την κρίση των βουλευτών-μελών των προκαταρκτικών επιτροπών, που αποφασίζουν για την άσκηση ή μη δίωξης κατά πολιτικών προσώπων.

.   /   .

 

 

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΕΛΙΚΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ και ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ

 

  1. Το έργο της Επιτροπής παραμένει συνολικά ανολοκλήρωτο. Ιδιαίτερα πλημμελής παραμένει η διερεύνηση των οικονομικών συναλλαγών της Ι.Μ.Β. με επιχειρηματίες, επιχειρήσεις και τράπεζες. Ως εκ τούτου η πιθανή ροή πολιτικού χρήματος παραμένει αδιερεύνητη.
  2.  Η έλλειψη αυθεντικής και έγκυρης εκτίμησης της ζημίας του Δημοσίου συσκοτίζει μεν τις διαστάσεις του σκανδάλου, αλλά δεν επηρεάζει τη βασική κρίση για την ανταλλαγή τουλάχιστον της λίμνης Βιστωνίδας, και επομένως τη βασική κρίση επί της ποινικής ευθύνης Υπουργών και Υφυπουργών.
  3. Η υπόθεση της Μονής Βατοπεδίου είναι σκάνδαλο δικομματικής κυβερνητικής απόφασης για την ευνοϊκή υποδοχή και διαχείριση των αιτημάτων της Μονής. Η προσδοκία πολιτικού οφέλους είναι το ευκρινές κίνητρο των Υπουργών τόσο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. όσο και της Ν.Δ. και καμία προσωπική πρωτοβουλία διαχείρισης δεν θα μπορούσε να προωθηθεί αν δεν υπήρχε κεντρική πολιτική κυβερνητική έγκριση και ανοχή.
  4. Είναι ακόμα πιο μεγάλο σκάνδαλο το γεγονός ότι εξαιρέθηκαν από τον έλεγχο για ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες τα πρώην κυβερνητικά στελέχη του ΠΑ.ΣΟ.Κ. κ.κ.Δρυς και Φωτιάδης. Πέραν όλων των άλλων η εξαίρεση αυτή αποδυνάμωσε το κύρος και την αξιοπιστία της Επιτροπής.
  5. Η συζήτηση για την παραγραφή χαρακτηρίζεται από απίστευτη υποκρισία. Η θεσμοθετημένη ακραία ανισοτιμία πολιτών και πολιτικών για τους όρους άσκησης ποινικού ελέγχου για ενδεχόμενα αδικήματα παροξύνεται με τη δυνατότητα της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας να καθορίζει τους όρους του παιχνιδιού.  Η πρόωρη διάλυση της Βουλής για παράδειγμα, σήμερα παραγράφει ενδεχομένως τις ποινικές ευθύνες κυβερνητικών στελεχών. Κι όμως πρέπει να εξαντληθεί ο ανακριτικός και προανακριτικός έλεγχος.
  6. Προτείνω με ήσυχη τη συνείδησή μου και με πλήρη σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας την άσκηση ποινικής δίωξης για κακουργηματική απιστία του άρθρου 390 Π.Κ., κυρίως για τις πράξεις και παραλήψεις που συνδέονται με την διαχείριση των συμφερόντων του Δημοσίου ως προς τη λίμνη Βιστωνίδα, κατά των κ.κ. Πέτρου Δούκα, Ευάγγελου Μπασιάκου και Αλέξανδρου Κοντού. Δεν προτείνω την άσκηση ποινικής δίωξης για την ηθική αυτουργία, για τους λόγους που εξηγώ αναλυτικά στην πορισματική έκθεσή μου.
  7. Τέλος, δεν προτείνω την άσκηση ποινικής δίωξης κατά των κ.κ.Γεωργίου Βουλγαράκη και Θεόδωρου Ρουσόπουλου, για τους λόγους που εξηγώ αναλυτικά στην πορισματική μου έκθεση, επιφυλασσόμενος όμως για την τελική κρίση κατά τη διάρκεια της συζήτησης που θα διεξαχθεί στην Ολομέλεια της Βουλής.

                                                            

Αθήνα, 18 Οκτωβρίου 2010

                                                                          

Θοδωρής Δρίτσας

Βουλευτής ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Α΄ Πειραιά & Νησιών και Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος   

 

 

Το έγγραφο –> εδώ 

 

Advertisements

2 comments on “Το επίσημο πόρισμα του ΣΥΡΙΖΑ για το Βατοπέδι

  1. Παράθεμα: Δρίτσας: Αξιοπρόσεκτο το πόσα συμφέροντα ενεργοποιήθηκαν υπέρ του Εφραίμ « Κανάλι

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s