Έφυγε από την ζωή ο μεγάλος δάσκαλος της Ελληνικής φωτογραφίας, ο Κώστας Μπαλάφας.

 

Έφυγε από την ζωή ο μεγάλος δάσκαλος της Ελληνικής φωτογραφίας, ο Κώστας Μπαλάφας.
Ο φωτογράφος του κοινωνικού προβληματισμού. 
Ο άνθρωπος που αγάπησε την Ελλάδα και την υπηρέτησε με καλλιτεχνική συνέπεια χωρίς συμβιβασμούς και σκοπιμότητες. 
Αντίο Δάσκαλε.

 

mpalafas

Ο Κώστας Μπαλάφας γεννήθηκε το 1920 στο ορεινό χωριό Κυψέλη της Άρτας από φτωχούς γονείς αγρότες, τον Γιώργο και την Αρχοντούλα. «Εκεί που», όπως λέει ο ίδιος, «οι άνθρωποι παιδεύονται να επιβιώσουν, οργώνοντας την άγονη γη, λες και στύβουν με τα χέρια τους γυμνά το ξερό χώμα και το ποτίζουν με ιδρώτα, ώσπου να δώσει καρπούς. Αναγκαία λύση για την επιβίωση ήταν ο δρόμος της ξενιτιάς, ένα όνειρο αρκετά απατηλό. Το μήνυμα που κυριαρχούσε ειδικά για τους νέους ήταν: «Φύγε να σωθείς». Πάρα πολλοί έφυγαν…»
 Σε ηλικία μόλις έντεκα ετών βρέθηκε στην Αθήνα και ρίχτηκε στη βιοπάλη. Τα παιδικά του βιώματα είναι βαθιά χαραγμένα στη μνήμη του με την παραμικρή λεπτομέρεια:
«Απ’ το χωριό μου κατέβηκα πρώτα στην Άρτα. Εκεί ο πατέρας μου, για να μη με στείλει μόνο στην Αθήνα, με παρέδωσε σ’ ένα γνωστό μας δάσκαλο να με συνοδεύσει. Παράκληση του πατέρα μου ήταν να με βοηθήσει ώσπου να βρω στην πλατεία Κουμουνδούρου την ταβέρνα ενός συγχωριανού μας, που ήταν θαυμάσιος άνθρωπος και καλός πατριώτης. Σ’ αυτόν έβρισκαν απάγκιο πολλά χωριατόπαιδα απ’ την Ήπειρο, που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Εκτός από ένα πιάτο φαγητό που τους έδινε, φρόντιζε να τους βρίσκει και δουλειά».
Αυτό έγινε και μ’ εμένα, καταλήγοντας να πιάσω δουλειά σε ένα ονομαστό τότε γαλακτοπωλείο-ζαχαροπλαστείο της οδού Πατησίων κοντά στον Άγιο Λουκά, με την επωνυμία «Δελφοί». Την ημέρα δουλειά, το βράδυ νυχτερινό σχολείο. Μέχρι το 1936. οπότε πήγα για σπουδές κοντά στην πατρίδα μου, στη Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων.


«Μετά την ευδόκιμη αποφοίτηση -η φοίτηση ήταν διετής- συνέχισα για ένα χρόνο σπουδές γαλακτολογίας στην Ιταλία, όπου και έμαθα τα ιταλικά. Το 1939. επέστρεψα στα Ιωάννινα και διορίστηκα έκτακτος υπάλληλος στη Γαλακτοκομική Σχολή. Εκεί εργαζόμενο με βρήκε ο πόλεμος και η Κατοχή».
Η πρώτη επαφή του με τη φωτογραφία και τη φωτογραφική μηχανή, όπως διηγείται ο ίδιος πάντα, ήταν στα δεκατρία του χρόνια. Είχαν έρθει κάτι συγγενείς του αφεντικού απ’ την Αμερική και αυτός, για να τους ευχαριστήσει, θέλησε να τους δείξει τα αξιοθέατα της Αττικής και τους πήγε κάποια μέρα στην Πάρνηθα. Μαζί τους οι ξένοι είχαν μια μικρή φωτογραφική μηχανή Μπράουν της Κόντακ. απλή και εύκολη στο χειρισμό, για να φωτογραφηθούν. Κάποιος έπρεπε να κρατάει τη μηχανή για να τραβήξει τις οικογενειακές τους φωτογραφίες κι αναγκάστηκε ο μαγαζάτορας να πάρει και τον νεαρό υπάλληλο του μαζί γι’ αυτή τη δουλειά.
«Όταν κατάλαβα ότι αυτό το μηχάνημα που κρατούσα στα χέρια μου μπορεί να αποτυπώσει σε εικόνα πάνω σε χαρτί ό,τι έχω ζωντανό μπροστά μου, μαγεύτηκα…»


Η πρωτόγνωρη εμπειρία εκείνης της ημέρας τον σημάδεψε: η απόκτηση μιας δικής του φωτογραφικής μηχανής έγινε, για τον έφηβο Κώστα Μπαλάφα, όνειρο μιας ολόκληρης ζωής.
Όταν σπούδαζε στα Ιωάννινα, κατάφερε ν’ αγοράσει μια Τζούνιορ Κόντακ πουλώντας και το ρολόι του για να συμπληρώσει το ποσό. Την εποχή που βρισκόταν στην Ιταλία, αντικατέστησε τη μηχανή του με μία Ρομπότ. Έγινε φίλος με κάποιον υπάλληλο ενός γειτονικού φωτογραφείου, καθόταν δίπλα του κι έτσι έμαθε και την τέχνη του σκοτεινού θαλάμου.
Με αυτή τη μηχανή, ο νεαρός τότε φωτογράφος έμελλε ν’ απαθανατίσει την πορεία του ελληνικού στρατού προς το αλβανικό μέτωπο, την Κατοχή και τον ένοπλο αγώνα του ΕΛΑΣ στην Ήπειρο. Τα φιλμ ήταν δυσεύρετα, αλλά η τύχη βοηθάει τους τολμηρούς! Το Νοέμβρη του 1940, τα ελληνικά στρατεύματα κατέρριψαν κι έπεσε στην Καλούτσιανη Ιωαννίνων ένα από τα πρώτα ιταλικά βομβαρδιστικά. Στα σκορπισμένα συντρίμμια του αεροπλάνου βρέθηκε από τους χωρικούς και το περιμάζεψαν ένα σφραγισμένο μεταλλικό κουτί με πολλά μέτρα αεροπορικού φιλμ Ferrania Capelli. Γι’ αυτούς ήταν άχρηστο, για τον ερασιτέχνη τότε φωτογράφο πολύτιμο. Το απέκτησε με αντίτιμο μερικές οκάδες καλαμποκάλευρου, περιζήτητο προϊόν για την περίοδο της Κατοχής.
Χρησιμοποιώντας αυτό το φιλμ στη μικρή του ιταλική Ρομπότ, ο Κώστας Μπαλάφας κατέγραψε πολλά από τα εγκλήματα των κατακτητών στην Ήπειρο και, αμέσως μετά, τη δραστηριότητα του αντάρτικου στην ίδια περιοχή. Δεν υπήρξε επαγγελματίας φωτορεπόρτερ, ούτε βρέθηκε τυχαία στο μέτωπο των πολεμικών επιχειρήσεων: ήταν αντάρτης-τυφεκιοφόρος και παράτολμος φωτογράφος.
Το παράτολμο του χαρακτήρα και των πράξεων του αποδείχτηκε περίτρανα, όταν απαθανάτιζε φοβερά εγκλήματα και σκηνές μπροστά στους Ιταλογερμανούς κατακτητές, με κίνδυνο την άμεση εκτέλεση του με συνοπτικές διαδικασίες, ή φωτογραφίζοντας ολόρθος τους διπλανούς συμπολεμιστές του την ώρα της μάχης.
Αδιάψευστος μάρτυρας της παράτολμης ιδιοσυγκρασίας και εφευρετικότητας του είναι η φωτογράφιση των σωμάτων των πατριωτών Τόδουλου και Φαρίδη, που αιωρούνταν άψυχα ανάμεσα σε δύο πλατάνια στις όχθες της λίμνης των Ιωαννίνων τον Μάρτη του 1944.

Οι Γερμανοί κατακτητές άφηναν αλλά και υποχρέωναν το πλήθος να πλησιάσει την επιτηρούμενη από φρουρούς περιοχή, για λόγους παραδειγματισμού και εκφοβισμού. 0 Κώστας Μπαλάφας έκανε πρώτα μια πρόχειρη αυτοψία, υπολόγιζε τις αποστάσεις και ξαναγύριζε κρατώντας στην αγκαλιά του μια σακούλα με κρεμμύδια. Μέσα όμως είχε κρύψει τη φωτογραφική του μηχανή με ανοιχτή μια τρύπα μπροστά στο φακό. Περνώντας μπροστά απ’ τους κρεμασμένους, και από ικανή απόσταση, απαθανάτισε το γεγονός, αφήνοντας έτσι στην ιστορία μία από τις πιο χαρακτηριστικές φωτογραφίες της Κατοχής.
Εξάλλου, η φωτογράφιση του οπλοπολυβολητή αντάρτη την ώρα που έπεφτε με το όπλο στα χέρια, χτυπημένος σε γερμανική ενέδρα στα Γραμμενοχώρια, τον αναδεικνύει άφοβο στις μάχες, καταδεικνύει ότι σκοπός του ήταν να φωτογραφίσει πάση θυσία την Εθνική Αντίσταση στην Ήπειρο.
Το 1942 συνελήφθη και πέρασε στο Μεσολόγγι ιταλικό στρατοδικείο, όχι για κάποια σημαντική πράξη αντίστασης, αλλά από μια «απροσεξία», όπως λέει ο ίδιος: Από κάποιους Αλβανούς μαυραγορίτες είχε αγοράσει ένα ασφράγιστο τρανζίστορ. Απ’ αυτό, κρυμμένος σ’ ένα υπόγειο με φίλους του, άκουγαν καθημερινά τα νέα από το BBC. Δεν αρκέστηκαν σ’ αυτό, βέβαια, και σιγά-σιγά άρχισαν να κυκλοφορούν ένα δελτίο με τα νέα που μεταδίδονταν. Κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν μπορούσε να κρατηθεί μυστικό για πολύ καιρό. Μαθεύτηκε και τους έπιασαν.
Το στρατοδικείο από κάποια σύμπτωση έδειξε επιείκεια και τους καταδίκασε μόνο σε τρεις μήνες φυλακή με αναστολή. Έτσι, αφέθηκαν ελεύθεροι.
Τότε ο Μπαλάφας ανέβηκε στο βουνό και κατατάχθηκε στον ΕΛΑΣ. Στο Ζαγόρι, στο Χάνι του Καμπέραγα, έχοντας πάντα μαζί τη φωτογραφική του μηχανή, συνάντησε το φίλο του Λέανδρο Βρανούση, εθνοσύμβουλο Ηπείρου στην Κυβέρνηση του Βουνού – και μετέπειτα Διευθυντή του Κέντρου Έρευνας του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Εντάχθηκε στο 85ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ με διοικητή τον γενναίο Γιώργο Καλλιανέση και υπήρξε μόνιμος συνοδοιπόρος, σε ατελείωτες πορείες από περιοχή σε περιοχή, με το φίλο του Λέανδρο.
Ο Βρανούσης, διακατεχόμενος από την ίδια ζέση με τον Μπαλάφα. κρατούσε σημειωματάριο των γεγονότων που ο φίλος του αποτύπωνε με τη φωτογραφική του μηχανή. Το πολύτιμο μπλοκάκι με τις σημειώσεις του Βρανούση καταστράφηκε αργότερα από τον πατέρα του, όπως αφηγείται ο υπερήλικας πλέον φωτογράφος. Το ιστορικό φωτογραφικό υλικό του Μπαλάφα διασώθηκε κρυμμένο απ’ το 1944 στο ξύλινο ταβάνι του σπιτιού της πατριώτισσας Ιουλίας Γοργόλη. στα Γιάννενα. Ένα μέρος καταστράφηκε από την υγρασία, αλλά το υπόλοιπο έμεινε άθικτο και το παρέλαβε ο ίδιος, χωρίς κανέναν πλέον κίνδυνο, το 1975. Φιλμ που δεν θεωρούνταν επικίνδυνα ώστε να τα κρύψουν, όπως εκείνα με θέμα τη μαζική μεταφορά των Εβραίων από τα Γιάννενα σε γερμανικά στρατόπεδα, έπεσαν στα χέρια των αρχών ασφαλείας το c 1944 και δυστυχώς εξαφανίστηκαν.


Η εποχή του πολέμου του ’40, η Κατοχή και η συμμετοχή του Κώστα Μπαλάφα στο αντάρτικο αποτέλεσαν σταθμό στη ζωή του, χαράζοντας τη μετέπειτα πορεία του. Το αξιόλογο ιστορικό και καλλιτεχνικό του έργο. και ιδιαίτερα η φωτογραφική καταγραφή της Εθνικής Αντίστασης στην Ήπειρο, είναι ευτύχημα που ο ίδιος απο¬τύπωσε σ’ ένα υπέροχο λεύκωμα-βιβλίο, εμπλουτισμένο με αυτού¬σιες δραματικές αφηγήσεις του ιδίου. Τόσο γι’ αυτό, όσο και για τα υπόλοιπα λευκώματα-βιβλία του, αξίζει να γίνουν παρακάτω ξεχωριστές, λεπτομερείς αναφορές.
Από το 1945 μέχρι το 1951 εργάστηκε ως διερμηνέας, επειδή γνώριζε καλά την αγγλική γλώσσα, σε μία βρετανική ομάδα μηχανικών, που έκανε αποκαταστάσεις συγκοινωνιών μετά τον πόλεμο. Με τον τρόπο αυτό γύρισε σχεδόν όλη την Ελλάδα και γλίτωσε από το κυνηγητό και το δρόμο της εξορίας. Μάλιστα, από τη θέση του αυτή
βοήθησε πάρα πολύ κόσμο, αφού οι συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου και μετά ήταν τραγικές.
Το 1948, η ομάδα των μηχανικών εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Εκεί ο Μπαλάφας μπόρεσε ν’ ασχοληθεί παράλληλα με την τέχνη-επιστήμη που είχε σπουδάσει, τη γαλακτολογία. κάνοντας καλλιέργειες σ’ ένα βιολογικό εργαστήρι στην οδό Σωκράτους. Η επιθυμία του να σταδιοδρομήσει μελετώντας τις κλινικές ιδιότητες του γάλακτος στο Γαλλικό Ινστιτούτο Παστέρ με υποτροφία δεν πραγματοποιήθηκε, λόγω των μη «εθνικοφρόνων» πολιτικών του πε-ποιθήσεων.
Το 1951. με κριτήριο τα προσόντα του, προσελήφθη από την αμερικανική εταιρεία Ebasco, η οποία πέρασε στην τότε νεοϊδρυθείσα ΔΕΗ, απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε ως προϊστάμενος του Τμήματος Ανατυπώσεων. Και σ’ αυτό το πόστο ο ίδιος διέπρεψε, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε μια εκ βαθέων συνέντευξη του ο υφιστάμενος του τότε Παύλος Βρέλλης, ο μετέπειτα ιδρυτής του Μουσείου Ελληνικής Ιστορίας των κέρινων ομοιωμάτων στα Γιάννενα.
Σε ηλικία τριάντα οχτώ ετών παντρεύτηκε την καθηγήτρια Ευαγγελία Μαργαρίτου, μια εξαίρετη σύντροφο, η οποία αντιλήφθηκε νωρίς την αγάπη και το πάθος του για τη φωτογραφία και τα ατελείωτα φωτογραφικά οδοιπορικά. 0 συμβιβασμός της με τον τρόπο ζωής του παθιασμένου φωτογράφου ήταν ενσυνείδητος: ο περισσότερος ελεύθερος χρόνος του συντρόφου της αφιερωνόταν στο προσφιλές του αντικείμενο.
Απέκτησαν δυο παιδιά, τη Στέλλα και τον Γιώργο, που και αυτά υποχρεωτικά συγκατατέθηκαν με την απουσία του πατέρα «κυνηγού» της φωτογραφίας, αν και πολλές φορές τον ακολουθούσαν στα μεγάλα οδοιπορικά του.
Εργαζόμενος στη ΔΕΗ, φωτογράφισε ορισμένα έργα, με αποκορύφωμα την κατασκευή του υδροηλεκτρικού φράγματος Κρεμαστών του Αχελώου, μ’ όλες τις παρενέργειες και παραμέτρους του.

Ο νεοσύστατος τότε οργανισμός της ΔΕΗ τού έδωσε την ευκαιρία ν’ ασχοληθεί με μιαν άλλη προσφιλή του δραστηριότητα, την κινηματογράφηση. Στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης το 1960, η ΔΕΗ έκανε πειραματικές τηλεοπτικές εκπομπές. Με τα μηχανήματα που χρησιμοποιήθηκαν τότε, συστήθηκε λίγο αργότερα το κρατικό κανάλι της ΕΙΡΤ. Το πρώτο ολοκληρωμένο φιλμ της ΔΕΗ γυρίστηκε στα 1960:
Ηταν τα πρώτα «Δωδώνεια». με πρωτεργάτη τον Κώστα Μπαλάφα. ο οποίος έκτοτε καθιερώθηκε και ως κάμεραμαν.
Τελικά γυρίστηκαν γύρω στις εξήντα ταινίες, που μαζί με το υπό-λοιπο φωτογραφικό υλικό επί πολλά χρόνια φυλάσσονταν σε κάποιες γωνιές του φιλόξενου σπιτιού του φωτογράφου στο Χαλάνδρι.
Όπως για τη φωτογραφία, που χάρη σ’ αυτόν αποτελεί πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, έτσι και για τον κινηματογράφο, ο Μπαλάφας έχει κάνει σειρά διαλέξεων στους σπουδαστές της Ακαδημίας Δημιουργικής Φωτογραφίας Leica, η οποία προς τιμήν της έχει προβεί σε τρεις εξαίρετες εκδόσεις για τα παραπάνω θέματα.

Τα βιογραφικά στοιχεία είναι από το βιβλίο του Κώστα Μπουμπούρη «Ο Κώστας Μπαλάφας και η Ελλάδα του»

Πηγή «ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΑΛΑΦΑΣ»  –> εδώ

 

 


.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΕΠΟΠΟΙΙΑ

Της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΟΝΤΟΓΕΩΡΓΙΟΥ*

Η συνέντευξη πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Φωτογράφος», τ. 59.
Στη φωτογραφία: Στέφανος Σαράφης, Άρης Βελουχιώτης μπαίνουν στα Γιάννενα, 28 Δεκεμβρίου 1944. πηγή: vlemma
 
Έχει ιδιότυπη επικαιρότητα η έκθεση «Κώστας Μπαλάφας. Το Αντάρτικο στην Ήπειρο, 1941-1944» (Μουσείο Μπενάκη, κτίριο οδού Πειραιώς, Πειραιώς 138, μέχρι 30.04.2011). Οι «δύσκολες» εικόνες της έρχονται, σε μια επίσης δύσκολη εποχή, να κάνουν ένα «[…]μνημόσυνο των παλικαριών που βαριοκοιμούνται στις βουνοπλαγιές και τα διάσελα, άψαλτοι κι αμνημόνευτοι, σε πρόχειρους τάφους, χωρίς όνομα και σταυρό, σημαδεμένους μόνο με κύκλους και πέτρες π’ αράδιασαν με πόνο οι συναγωνιστές τους», όπως σημειώνει ο δημιουργός τους στην πρώτη τους έκδοση.
Φωτογραφίες κρυμμένες, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και μέχρι το 1974, από τη φίλη του φωτογράφου Ιουλία Γοργόλη, στο ξύλινο πάτωμα ενός γιαννιώτικου σπιτιού. Όντας ο δημιουργός τους μαχητής – τυφεκιοφόρος του 85ου Συντάγματος στην 6η Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ, δεν θα μπορούσε να είναι σίγουρος για την ακεραιότητά τους. Εντάχθηκε στον αγώνα, «αθεράπευτα ερωτευμένος με τον τόπο του και τους ανθρώπους», όπως έλεγε χαρακτηριστικά για αυτόν, ο έτερος φωτογράφος της Αντίστασης, ο Σπύρος Μελετζής. Τότε δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι κάποια στιγμή θα συγκαταλέγονταν ανάμεσα στους κορυφαίους Έλληνες εκπροσώπους του ρεύματος της ανθρωπιστικής φωτογραφίας. Ούτε μπορούσε να φανταστεί ότι οι εικόνες του θα ταξίδευαν ανά τον κόσμο μέσα από διεθνείς διοργανώσεις. Το σύνολο του έργου του δημιουργήθηκε αυθόρμητα, από βαθύτατη αγάπη κι ανυπόκριτο σεβασμό για τον λαϊκό άνθρωπο του μόχθου. Το εξηγεί, με την ποιητικότητα που διακρίνει το λόγο του, στη συνέντευξη που ακολουθεί. Καθώς την ξαναδιαβάζω, συνειδητοποιώ αναλογίες με το παρόν, που ποιος περίμενε να συναντήσει στην Ελλάδα του 21ου αι.: φτώχεια, αποκλεισμός, «δεν πληρώνω – δεν πληρώνω» στις δημόσιες συγκοινωνίες. Δεύτερη κατοχή;
Ήταν μια από τις πρώτες συναντήσεις μας. Σεπτέμβριος του 1997. Ο κήπος του στο Χαλάνδρι γεμάτος πορτοκαλιές, λεμονιές και ροδιές. Ο ίδιος συγκινητικά ευγενικός. Τολμηρός κι ευαίσθητος. Μια από τις πρώτες ερωτήσεις αφορούσε αυτό που κυρίως ήθελε να εκφράσει μέσα από την τέχνη της φωτογραφίας:
– Πρώτα τα βιώματα. 20 χρονών παιδί φωτογράφισα τα αισθήματά μου για την Αντίσταση. Έζησα τη γενιά του ’40. Αυτό το μεγαλούργημα. Ήταν η γενιά που εξαγόρασε το δικαίωμά της να ζει λεύτερα με το ίδιο της το αίμα. Έβλεπες τότε αυτό που λέμε προσφορά και που δεν το συναντάς σήμερα. Υπήρχαν γιατροί που γυρνούσαν στα χωριά , λες και ήταν Άγιοι Ανάργυροι, για να γιατρέψουν τη φτωχολογιά. Αυτή η ανθρωπιά, με την πλατύτερή της έννοια, με είχε συγκινήσει πάρα πολύ. Έτσι άρχισα. Πούλησα τη μηχανή που είχα και πήρα μια μικρή Robot που μου επέτρεπε να παίρνω «κλεφτές» φωτογραφίες. Με αυτήν φωτογράφισα την Αντίσταση. Πριν έπαιρνα κι εγώ αναμνηστικές, ηλιοβασιλέματα, χρυσάνθεμα και δεν συμμαζεύεται. Έπειτα ήταν τα προσωπικά βιώματα. Κατάγομαι βλέπετε από μια φτωχή και κακοτράχαλη περιοχή την οποία οι άνθρωποι τη στύβουν με τα χέρια και την ποτίζουν με ιδρώτα για να καρπίσει. Απ’την Ήπειρο. Απ’ τα Τζουμέρκα της Άρτας. Ένα από τα μεγάλα δράματα τότε ήταν ο ξενιτεμός. Έφυγα από κει 11 χρονών. Ήρθα κι εγώ όπως όλα τα παιδιά των φτωχών οικογενειών μόνος, για βιοπορισμό. Έκανα διάφορες δουλειές και πήγαινα νυχτερινό σχολείο.

– Η πρώτη μηχανή πώς έφτασε στα χέρια σας;
– Είχαν έρθει κάποιοι συγγενείς του αφεντικού στο μαγαζί που δούλευα, απ’ την Αμερική. Κατά τη διάρκεια της φιλοξενίας, με πήραν κι εμένα σε μια εκδρομή στην Πάρνηθα και μου έδωσαν το «κουτί» για να τους τραβήξω μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες. Καταλαβαίνετε τη χαρά μου! Μετά πήρα μια Kodak Junior. Αυτήν την πούλησα μαζί μ’ ένα ρολόι και πήρα την Robot –προάγγελο του motor drive- με γωνιόμετρο στο βιζέρ- με την οποία τράβηξα την αντίσταση. Για τα βιώματα που λέγαμε. Πάντα με τράβαγε σαν μαγνήτης η φτώχεια. Οι πρώτοι φίλοι μου στην Αθήνα ήταν τα λουστράκια. Έρχονταν στο καφενείο που δούλευα αργά, όταν οι υπόλοιποι είχαν φύγει, και τα πότιζα παγωμένο νερό. Τότε ένα ποτήρι κόστιζε περίπου 20 λεπτά. Αυτά με μάθαν να καβαλάω από πίσω το τραμ για να μην πληρώνω εισιτήριο. Αλλά γενικά έχω ιδιαίτερη ευαισθησία στον ανθρώπινο πόνο.

– Και βρήκατε άφθονο στην Αντίσταση…
– Εκεί υπήρχε άφθονο υλικό. Αρκεί κανείς να μην σταθεί στη φλούδα της φαινομενικότητας, αλλά να περάσει στο πετσί των ανθρώπων.

– Υπάρχει όντως μεγάλη διαφορά, κατά τη γνώμη σας, στη φωτογραφική ματιά της δική σας και σε αυτήν του Σπύρου Μελετζή, όσο αφορά την Αντίσταση;
– Α, βεβαίως. Ο Σπύρος Μελετζής είναι ένας ωραιολάτρης και τα αποτύπωσε όλα με το δικό του τρόπο. Αντάρτες που ήταν έτοιμοι για παρέλαση κι όχι πεινασμένοι και ψειριασμένοι όπως τους είδα και τους κατέγραψα εγώ.

– Θεωρείτε περισσότερο «ρεαλιστικές» τις δικές σας;
– Λίγο ναι. Αλλά αυτό θα το δείτε εσείς καλύτερα συγκρίνοντας τα δύο βιβλία. Άλλωστε, όπως δυο άνθρωποι διαφέρουν ως χαρακτήρες, διαφέρουν και στην καλλιτεχνική τους έκφραση. Πάντως διάφοροι με χαρακτήρισαν συμπλεγματικό άνθρωπο, επειδή φωτογράφιζα τη φτώχεια και την αθλιότητα. Πιστεύω ότι υπάρχει πρόβλημα όταν κάποιος δεν βλέπει τη χαρά στη ζωή. Άλλο τόσο όμως, ίσως και μεγαλύτερο πρόβλημα, υπάρχει όταν δεν βλέπεις τη λύπη. Και στις δύο περιπτώσεις λείπει κάτι το βαθειά ανθρώπινο.

– Θα θέλατε να ξαναθυμηθείτε αυτό το οδοιπορικό στην Αντίσταση;
-Ήταν μεγάλο. Έδωσε κατ’ αρχήν την ευκαιρία να μεταφερθούν οι πολιτισμικές αξίες στον κόσμο εκείνο, ο οποίος είχε άγνοια από αυτά τα πράγματα. Στο βουνό εκείνη την εποχή ανέβηκε ό,τι εκλεκτό είχε τούτος ο τόπος. Άνθρωποι απ’ τον πνευματικό και καλλιτεχνικό κόσμο που αγωνίστηκαν πλάι του με καρδιά. Μέχρι τότε οι άνθρωποι εκεί το κράτος το είχαν γνωρίσει μόνο μέσα από το φορατζή και τον χωροφύλακα. Ως και κληρικούς έβλεπες, με ανάκατα σταυρούς και φισεκλίκια, οι οποίοι καθώς κήρυτταν την επανάσταση κήρυτταν και το λόγο του Θεού. Γίνονταν παραστάσεις με τη συμμετοχή απλών ανθρώπων που έφτασαν σε κορυφές καλλιτεχνικής έκφρασης και απόδοσης. Πόσα ταλέντα δεν ξεπήδησαν από κει μέσα!

– Επομένως εκτός από πόνο αυτή η εμπειρία γέννησε και δημιουργία.
– Μα βέβαια. Γιατί υπήρχαν ελπίδα και ιδανικά. Αυτό που λείπει σήμερα δηλαδή. Μιλούν τώρα όλοι για κρίση. Κρίση στο τραγούδι, στο θέατρο, στην κοινωνία…

– Και η τεχνολογική εξέλιξη τι ρόλο παίζει κατά τη γνώμη σας;
– Οι τεχνικές ευκολίες, τα περιοδικά, οι σχολές θα μπορούσαν να βοηθήσουν. Αλλά συχνά, ξέρετε, η ευκολία μετατρέπεται σε δυσκολία. Γιατί συνηθίζει ο άνθρωπος να ικανοποιείται με το ελάχιστο και δεν προσέχει για το πολύ. Φοβάμαι ότι τα πολλά μέσα παγιδεύουν και χάνεις το θέμα, την ουσία. Και κάτι άλλο. Είναι αυτή η βιασύνη που έχουν σήμερα οι νέοι. Το ταλέντο για να αξιοποιηθεί θέλει πολλή δουλειά κι έναν ποταμό από αγάπη. Γιατί, ξέρετε, ακόμη και τα μυστικά της κρεβατοκάμαράς μας φαίνονται στη δουλειά μας. Αν κάπου είμαστε ψεύτικοι, θα φανεί στη φωτογραφία μας.

– Το ασπρόμαυρο ή το έγχρωμο φιλμ προτιμάτε;
– Εξαρτάται από την επιδίωξή σου κάθε φορά και από τις ικανότητές σου. Πάντως το έγχρωμο έχει αδυναμία στο χρόνο. Από την πλευρά της αντοχής εννοώ. Αυτό πάντως που πάντα διατυμπάνιζα στα ΜΜΕ, γιατί είμαι από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με την τηλεόραση, τότε που εκπέμψαμε για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη…

– Εννοείτε την πρώτη πειραματική εκπομπή από τη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης;
– Ακριβώς. Ήμουν ο πρώτος οπερατέρ τότε. Μαζευτήκαμε εκεί χωρίς καν να έχουμε δει πριν αυτό το καινούργιο προϊόν κι έπρεπε να το κατασκευάσουμε. Μας βοήθησαν βέβαια Ολλανδοί και Αμερικανοί τεχνικοί, που διόρθωναν και μας εξηγούσαν τα λάθη μας. […] Όσο για το έγχρωμο και την αδυναμία που λέγαμε, έχω την άποψη ότι εφόσον δεν έφτιαξαν ένα υλικό καλύτερο από το ασπρόμαυρο από άποψη αντοχής, δεν έπρεπε να φύγουν απ’ αυτό. Βλέπεις παλιές εκπομπές ή και ιστορικά ντοκουμέντα π.χ. αποκατάσταση της Δημοκρατίας, και έχουν χαθεί όλες οι λεπτές ποιότητες που έχει πάνω της η εικόνα. Έχουν μείνει μόνο τα περιγράμματα. Αυτό είναι έγκλημα απέναντι στην Ιστορία. Έχουμε ιστορικές καταγραφές απ’ την εποχή του Λυμιέρ και δεν έχουμε απ’ αυτόν τον αιώνα! Όσο για την ασπρόμαυρη φωτογραφία, θέλω να συμπληρώσω ότι η αφαίρεση του χρώματος προσθέτει μια ιδιαίτερη συγκινησιακή δύναμη.

– Με τι θα παρομοιάζατε το ρόλο του σκοτεινού θαλάμου στη φωτογραφία;
– Ο φωτογράφος που τυπώνει τη δουλειά του στο σκοτεινό θάλαμο είναι σαν το συνθέτη που εκτελεί ο ίδιος τη μουσική του.

– Να ξαναμπούμε στο οδοιπορικό σας;
– Μετά την αντίσταση υπήρχε μια διάχυτη απογοήτευση. Άνθρωποι άξεστοι κυνηγούσαν, βασάνιζαν, έστελναν στα ξερονήσια. Θυμάμαι ότι η απελπισία είχε γίνει τόσο μεγάλη, που οι άνθρωποι τους ιριδισμούς στις βιτρίνες της Σταδίου τους «έβλεπαν» σαν Άη Γιώργη ή σαν την Παναγία που κλαίει. Έψαχναν απεγνωσμένα για ελπίδα. Εγώ τότε δούλευα ως διερμηνέας στη Γλυφάδα. Κοντά στη δουλειά μου είχαν έρθει, ποιος ξέρει από πού κυνηγημένοι, ένα ζευγάρι με το παιδάκι τους κι έστησαν μια παράγκα. Χειμώνας, ξυπόλητοι και πεινασμένοι. Είχε ρίξει θυμάμαι κάποια στιγμή ο αέρας ένα δέντρο και βγήκε το ζευγάρι να το κάψει για να ζεσταθούν. Το παιδάκι τους βγήκε έξω και τους κοίταζε κι η μάνα του φώναξε πολύ αυστηρά: «Τσακίσου και πήγαινε μέσα! Θα μου αρρωστήσεις και τι θα σε κάνω»; Αυτή η σκληρότητα στη φωνή και η τρυφερότητα μαζί με συγκλόνισαν.

– Θυμάστε έντονα κάποια «φωτογραφία» που δεν καταφέρατε να τραβήξετε;
– Μια φωτογραφία που με κυνηγά σ’ όλη μου τη ζωή, γιατί δεν είχα μηχανή πάνω μου να την πάρω, ήταν αυτή: Ήρθε να δουλέψει στη Γλυφάδα ένας ξερακιανός λογιστής τραπέζης που τον είχαν απολύσει. Το βράδυ έπαιρνε ό,τι περίσσευε από το φαγητό, για να το πάει στην οικογένειά του. Βγήκε μια μέρα με χιόνι για να φέρει ένα βαρέλι με πετρέλαιο. Φορούσε καμπαρντίνα και προσπαθούσε μέσα στο κρύο να το μεταφέρει από μια ανηφόρα. Αυτό το βαρέλι καθώς κυλούσε έμοιαζε με την ίδια τη ζωή που, ή θα τον έπαιρνε από κάτω ή θα τα έβγαζε πέρα. Γενικά ο φωτογραφικός μου προβληματισμός είναι αυτοί οι άνθρωποι του πόνου. Γιατί κοιτάξτε, κακά τα ψέματα: Αυτό που λέμε ευτυχία και χαρά είναι σαν ένα φύσημα δροσιάς στην κάψα του καλοκαιριού. Ο άξονας της ζωής κινείται μεταξύ πόνου και ανίας.

– Είναι αισιόδοξη αυτή η ματιά;
– Φυσικά. Γι’ αυτό πολεμώ μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Για να δείξουν τη δύναμή τους. Κι έχουν μια δύναμη μεγάλη. Εκεί κρύβεται η ανθρώπινη ποιότητα. Οι άλλοι πιθηκίζουν. Αυτοί είναι που γλεντούν πραγματικά. Ο χορός τους κάθε φορά έχει πολύ προσωπική έκφραση. Οι άλλοι χορεύουν ολόιδια. Και ξέρουμε ότι η ομαδική έκφραση οδηγεί στη βιομηχανία, ενώ η προσωπική στην τέχνη.

– Η εισβολή της φωτογραφίας προσφέρει ουσιαστικά στην επικοινωνία ή πρόκειται για οπτική φλυαρία;
– Στη δημοσιογραφία βάζουν τη φωτογραφία να υπηρετεί δουλικά το λόγο. Ενώ είναι μια αυτόνομη τέχνη. Τείνει σήμερα να αντικαταστήσει το κείμενο γιατί είναι πιο καταληπτή, δεν κουράζει και είναι περισσότερο πειστική, μια και μεταξύ φωτογράφου και αντικειμένου παρεμβάλλεται ο αμείλικτος ρεαλισμός του φακού. Όμως αυτό λειτουργεί μόνο αν μεταφέρει κάποιο μήνυμα, αν δημιουργεί κάποια συγκίνηση.

– Είχατε πρότυπα όταν ξεκινήσατε;
– Ο πρώτος – πρώτος ήταν ο Σπύρος Μελετζής. Είναι άνθρωπος με βαθειά καλλιέργεια. Και ήταν ίσως ο πρώτος που δεν εργάστηκε για τα λεφτά, για αυτό και δεν έκανε ποτέ του περιουσία. Ήταν ο άνθρωπος που κάθε Κυριακή την αφιέρωνε στους καλλιτέχνες. Φωτογράφιζε τα γλυπτά τους, τους πίνακές τους. Πήγαινα κι εγώ τις Κυριακές και τον χάζευα. Είχαμε γνωριστεί στην ΕΦΕ (σ.σ. Ελληνική Φωτογραφική Εταιρεία). Αλλά τον είχα δει για πρώτη φορά το ’36, όταν πεζοπόρος ήρθε από την Άρτα στο χωριό μου, διανύοντας 90χλμ, με κείνα τα παλιά βαριά σύνεργα στην πλάτη, για να φωτογραφίσει το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου. Με γοήτευσε. Έδινε σημασία στο παραμικρό. Μέχρι και στο πασπαρτού που χρησιμοποιούσε. […] Οι ξένοι μου άρεσαν πολύ στο ρεπορτάζ. Η Λαγκ, ο Έβανς, ο Σμιθ, ο Κάπα. Ήταν άνθρωποι που φωτογράφιζαν με την καρδιά. Ο Κάπα είχε αμφισβητηθεί πολύ ξέρετε, γιατί δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στην τεχνική.

– Για τις κυρίες της ελληνικής φωτογραφίας ποια είναι η γνώμη σας;
– Η Νelly’ς ήταν άνθρωπος του φωτογραφείου. Την ενδιέφερε το πώς θα βγάλει ένα ωραιοποιημένο πρόσωπο. Δεν μας έδωσε χαρακτήρες. Έγινε βέβαια μεγάλος ντόρος με τη χορεύτρια στην Ακρόπολη. Αλλά έκανε πολύ καλά τη δουλειά που ήξερε και σε αυτήν περιορίστηκε. Θέλω να πω ότι ήταν καλή, χωρίς όμως να έχει δώσει μια ώθηση στη φωτογραφία. Η Παπαϊωάννου, ναι. Ήταν καλλιτέχνης με καλλιέργεια, με ευαισθησία, με σωστή απόδοση.

– Βγάλατε χρήματα από τη φωτογραφία;
– Όχι. Ούτε πούλησα ποτέ μου φωτογραφία και το αποφεύγω σαν το διάβολο. Πιστεύω ότι ζημιώνει. Γιατί ο παράγοντας πελάτης, όταν ζεις απ’ τη φωτογραφία, στέλνει περίπατο την προσωπική σου αίσθηση. Ο Στουρνάρας π.χ. ήταν πολύ καλός φωτογράφος, αλλά δεν κατάφερε να αφήσει σπουδαίο έργο. Καλοτυπωμένη φωτογραφία, καλοκαδραρισμένη, αλλά σταματά στη φλούδα της φαινομενικότητας.

– Ποια συμβουλή θα δίνατε στους νέους φωτογράφους;
– Πολλή δουλειά και πολλή αγάπη. Τα θέματά τους να τα βλέπουν και να τα ξαναβλέπουν. Δεν χρειάζεται βιασύνη. Ούτως ή άλλως η πείρα έρχεται σιγά σιγά, μόνη της και δεν μεταφέρεται. Είναι σαν να βλέπετε κάποιον να χορεύει ωραία. Δεν θα μάθετε εσείς χορό, αν δεν προσπαθήσετε η ίδια. Να διαβάσουν ποίηση, να διαβάσουν λογοτεχνία. Εκεί θα δουν εικόνες. Εκεί θα καταλάβουν. Δεν μπορείς να κάνεις πορτρέτο αν δεν ξέρεις φυσιογνωμική. Πρέπει να μελετήσουν εις βάθος τα πράγματα.
***** Με αφορμή την έκθεση, στις 27 Φεβρουαρίου 2011, θα πραγματοποιηθεί στο Μουσείο ημερίδα με θέμα «Η φωτογραφία στα χρόνια της Αντίστασης. Ελλάδα, 1941-1944».
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Ο Κώστας Μπαλάφας γεννήθηκε το 1917 στο ορεινό χωριό Χώσεψη (Κυψέλη σήμερα) της Άρτας, από γονείς αγρότες. Μυήθηκε στη φωτογραφική τέχνη, την οποία αγάπησε και υπηρέτησε για εξήντα και πλέον χρόνια, στα Γιάννενα, λίγο πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα. Από το 1941 έως το 1944 φωτογράφησε τον ένοπλο αντάρτικο αγώνα του ηπειρώτικου λαού κατά των κατακτητών. Μετά το τέλος του πολέμου εργάστηκε στη Δ.Ε.Η. στο Τμήμα Αναπαραγωγής Σχεδίων, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας. Από το 1952 ταξίδεψε σε όλη την Ελλάδα, φωτογραφίζοντας και κινηματογραφώντας τη ζωή και τα έθιμα των ανθρώπων της επαρχίας. Τα τελευταία τριάντα χρόνια, οι φωτογραφίες του έχουν παρουσιαστεί σε πολυάριθμες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχουν δημοσιευτεί σε καταλόγους εκθέσεων καθώς και σε προσωπικές εκδόσεις.

ΠΈΜΠΤΗ, ΦΕΒΡΟΥΆΡΙΟΣ 24, 2011

*Αναδημοσίευση από Αριστερό Βήμα, www.aristerovima.gr

Πηγή «Κόκινο Ρόδο» –> εδώ

.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s