Λευκή Γυναίκα εθεάθη με Έλληνα!

 

 

 

Πώς φέρονταν οι ντόπιοι στους Έλληνες μετανάστες;

 

 

 

Διάχυτη στη συντηρητική κοινωνία των ΗΠΑ ήταν η άποψη ότι οι Έλληνες είναι ανάξιοι των προγόνων τους. Φτωχοί συγγενείς της δοξασμένης κληρονομιάς. Ανατολίτες, όχι ευρωπαίοι, άξεστοι και αδύναμοι να σηκώσουν το βάρος του κλέους του αρχαίου πολιτισμού.

Αν πάρουμε, όμως, τα πράγματα απ’ την αρχή θα δούμε ότι οι άνθρωποι που πήραν τον δρόμο της ξενιτιάς άφηναν πίσω μια πατρίδα που η γη της είχε «ζήσει» την εξευτελιστική ήττα από τους Τούρκους (1897), τον Εθνικό Διχασμό, τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους, τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την αποτυχία της εκστρατείας κατάληψης της Άγκυρας (με συνέπεια τη Μικρασσιατική Καταστροφή) και δύο Χρεοκοπίες (1893 & 1932)…

Την πείνα της περιόδου και την ανάγκη για εργασία εκμεταλλεύτηκαν οι «ευαγγελιστές» της Γης της Επαγγελίας. Άνθρωποι περιέγραφαν με λαμπρούς και γεμάτους μέλι χαρακτηρισμούς τη ζωή στις ΗΠΑ και τον Καναδά (όπως οι δουλέμποροι δείχνουν βίντεο με πισίνες στους «δικούς μας» μετανάστες). «Στο ψωμί τους βάζουν βούτυρο!» έλεγαν στο ξυπόλητο 15χρονο και η οικογένεια αποχωρίζονταν τους άντρες της. Τα ναύλα είτε τα πλήρωναν κανονικά, είτε τα χρωστούσαν στον μεταφορέα με υποθήκη περιουσία τους (σπίτια ή κτήματα). Αν δεν είχαν περιουσία, τότε υπέγραφαν «σύμβαση εκμετάλλευσης» γινόμενοι πια δούλοι υπό ενοικίαση ή πώληση.

Στο ταξίδι τους  κοιμόντουσαν στο κατάστρωμα, είτε στο κουφάρι του πλοίου. Συνωστισμένοι, άπλυτοι επί 30 σχεδόν μέρες ταξίδευαν στη θάλασσα που πολλοί από αυτούς πρώτη φορά έβλεπαν (με αποτέλεσμα πολλούς εμέτους και αρρώστιες).

 

Συνέχεια

Πώς γίνονται οι ιδιωτικοποιήσεις οι καλές

 

του Άγγελου Τσέκερη

«Πείτε μας επιτέλους μια ιδιωτικοποίηση στην οποία δεν είστε αντίθετοι…»

 

 

Σχέδιο του Δημήτρη Μεγαλίδη (από το βιβλίο «Αλιβέρι», έκδ. της ΔΕΗ, 1950). Από το μπλογκ του πενταθέσιου δημοτικού σχολείου Αγίου Ιωάννη Αλιβερίου (dim-ag-ioann.eyv.sch.gr).

Στην πολυκατοικία μας αποφασίσαμε να αναμετρηθούμε με τις μεγάλες ιστορικές προκλήσεις και να ιδιωτικοποιήσουμε τον ανελκυστήρα.

Τις εποχές που ζούσαμε πάνω από τις δυνατότητές μας, ο ανελκυστήρας ήταν δημόσιο αγαθό. Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν τζάμπα. Τον πληρώναμε κάθε μήνα στα κοινόχρηστα, για να βγουν τα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης. Ο διαχειριστής, ο κ. Πουρνάρας, μας άνοιξε τα μάτια. Η παραχώρηση της λειτουργίας του ανελκυστήρα σε ιδιώτες ήταν μια συμφέρουσα αναπτυξιακή πρόταση. Θα μας γλύτωνε από μια μέση μηνιαία επιβάρυνση της τάξης των 20 ευρώ ανά διαμέρισμα, που αντιστοιχεί σε τρία πακέτα μακαρόνια, δύο μπουκάλια γάλα και μια κάρτα κινητής τηλεφωνίας για κάθε οικογένεια. Ταυτόχρονα θα καλύπταμε το έλλειμμα της πολυκατοικίας, δημιουργημένο από αντιπαραγωγικές καταστάσεις του παρελθόντος, από τις οποίες βασικός ωφελημένος ήταν ο ίδιος ο κ. Πουρνάρας.

Στην επικύρωση της απόφασης συνέβαλλε και η καλοπροαίρετη αδιαφορία των ενοίκων. Ούτε η μείωση του ελλείμματος, ούτε η προοπτική να γλυτώνουμε κάνα εικοσάρικο από τα κοινόχρηστα μας δυσαρεστούσε. Έτσι η ιδιωτικοποίηση προχώρησε με ελάχιστες αντιδράσεις. Για να γίνει μάλιστα ανταγωνιστικός ο ανελκυστήρας, και να προσελκύσει το ενδιαφέρον των επενδυτών, αποφασίσαμε να εκχωρήσουμε μόνο τη λειτουργία και να κρατήσουμε υπό δημόσιο έλεγχο τη συντήρηση.

 

Συνέχεια