Στο καλό Μιχαήλ Πρωτοψάλτη

 

Ο φίλος και σύντροφος  Μιχαήλ Πρωτοψάλτης έφυγε σήμερα για να συναντήσει την παλιοπαρέα.
Είμαι σίγουρος ότι θα τον περιμένει ο Κωνσταντινίδης με άγριες διαθέσεις με τόσα που θα του έχει μαζεμένα. Βράδια ατελείωτα με τσακωμούς με τον Μπαλή, τον Άσιμο, την Γώγου και τον  Σιδηρόπουλο να τους παίζει ρεμπέτικες μπαλάντες.

Πλέον ανάμεσα από τους δικούς μας αγίους, στο πάνθεον των αγίων των Εξαρχείων.

 

10313812_625456427545018_3006761379116077023_n[1]

Ο Μιχάλης Πρωτοψάλτης έφυγε πριν λίγο αναπάντεχα από τη ζωή. Ήταν αγωνιστής, εκδότης του αντιεξουσιαστικού, εναλλακτικού περιοδικού «Ανθη του Κακού» και το «Ο Κόκκορας που Λαλεί στο Σκοτάδι», διευθυντής των εκδόσεων Βιβλιοπέλαγος.

Βιογραφικό

Ο Μιχαήλ Πρωτοψάλτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1958 από γονείς φιλολόγους. Ξεκίνησε και ολοκλήρωσε τη Μέση Εκπαίδευση στη σχολή Μωραΐτη, σπούδασε Σκηνοθεσία στη σχολή Σταυράκου, Ηλεκτρονικά στα ΚΑΤΕΕ Αθήνας και Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 αναθεωρεί πολλά από τα θέσφατα του αναρχισμού (κυρίως σε θέματα βίας και μη συμμετοχής στους θεσμούς), εκδίδει το αντιεξουσιαστικό-εναλλακτικό περιοδικό «Άνθη του Κακού» και στα τέλη της ίδιας δεκαετίας προσχωρεί στην Οικολογική Εναλλακτική Ένωση Πολιτών, γίνεται από τα ιδρυτικά μέλη των Οικολόγων Εναλλακτικών και υποψήφιος για το ευρωπαϊκό και εθνικό κοινοβούλιο στις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις του 1989-90.

Το Φεβρουάριο του 1973 βρέθηκε στα κυνηγητά γύρω από την κατάληψη της Νομικής και λίγους μήνες αργότερα, στις 4 Νοεμβρίου, στη διαδήλωση μετά το μνημόσυνο του Παπανδρέου παίρνει το βάπτισμα του πυρός. Στην εξέγερση του Νοέμβρη η συλλογική ψυχική ανάταση του μαζεμένου κόσμου έξω από το κατειλημμένο Πολυτεχνείο, η αίσθηση ότι οι ίδιοι άνθρωποι είναι οι δημιουργοί της ιστορίας τους και η μέθεξη στην εξέγερση, στη γιορτή χωρίς αρχή και τέλος, τον σημαδεύουν ανεξίτηλα. Στην ιωαννιδική δικτατορία μαζί με συμμαθητές του φτιάχνει μια μικρή αντιστασιακή ομάδα.

Στη Μεταπολίτευση συμμετείχε ενεργά στο αναρχικό κίνημα της εποχής. Εξέδιδε το περιοδικό «Ο Κόκκορας που Λαλεί στο Σκοτάδι», και συμμετείχε σε αναρίθμητες επιτροπές αλληλεγγύης σε κρατουμένους και υπεράσπισης πολιτικών, κοινωνικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το 1978-79 συμμετείχε στις αυτόνομες ομάδες και στις φοιτητικές καταλήψεις και στις αρχές της δεκαετίας του ’80 πρωταγωνιστεί στην έκδοση της αναρχικής εφημερίδας «Αλληλεγγύη». Για τη δράση του επανειλημμένα έχει συλληφθεί, διωχθεί και φυλακιστεί ενώ έχει υποστεί 13 (!) κατ’ οίκον έρευνες από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς.

Το 1998 ίδρυσε τις εκδόσεις «Βιβλιοπέλαγος», έναν πολιτικοποιημένο εκδοτικό οίκο που εκδίδει ως επί το πλείστον ελληνική και ξένη λογοτεχνία, ιστορικά, οικολογικά και φεμινιστικά βιβλία καθώς και κόμιξ. Από το 2001 το «Βιβλιοπέλαγος» επεκτείνει τη δραστηριότητά του και στη διακίνηση βιβλίου διακινώντας τίτλους από δεκάδες ανεξάρτητους, προοδευτικούς και ποιοτικούς εκδοτικούς οίκους και πολιτικές συλλογικότητες, στην προσπάθεια να αναδειχθούν ζητήματα που η τηλεόραση και τα μεγαθήρια της πληροφόρησης υποβαθμίζουν.
Πολιτικά εμπνεύστηκε από τη θεωρία της κοινωνικής οικολογίας του Μάρεϊ Μπούκτσιν.

Εργαζόταν ως φυσικός ενώ παράλληλα διεύθυνε τις εκδόσεις «Βιβλιοπέλαγος» και το ομώνυμο πρακτορείο διακίνησης βιβλίου. Ήταν πατέρας δύο παιδιών.

Πηγή «Αυγή» -► εδώ

Διαβάστε επίσης «Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική;;;»  -► εδώ

Δείτε το βίντεο από το 13′:24″
[youtube http://youtu.be/ecFawAoCNMw?t=13m24s]

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση και διάθεση της εικόνας / των εικόνων από τη Βικιπαίδεια, με βάση την άδεια χρήσης που επιβάλει η πολιτική δημοσίευσής της, όπως και screenshot από το βιντεάκι, αρκεί να μην έχει αφαιρεθεί το λογότυπο  και να υπάρχει λινκ προέλευσης.

Advertisements

5 comments on “Στο καλό Μιχαήλ Πρωτοψάλτη

  1. Ο κόκκορας που λαλεί στο σκοτάδι σιώπησε προσωρινά.

    Του Ανδρέα Ρουμελιώτη

    Κάποιος μας χάλασε τα σχέδια. Αυτό το καλοκαίρι, δεν θα πάμε μαζί στο Κουφονήσι. Το μικρό κατακόκκινο φουσκωτό του, δεν θα αρμενίσει απ’ τον Φοίνικα για τα Αντικέρια, τη Σχοινούσα και την Ηρακλειά.

    Μόνος μου θα κάνω ψαροντούφεκο; «Στραβός είσαι; Δεν βλέπεις τα χταπόδια»; Είχε, εκτός των άλλων, μοναδική ικανότητα να διακρίνει τα χταπόδια, όσο κι αν προσπαθούσαν να μείνουν ακίνητα και να γίνουν ένα με τον βυθό. Αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι η άγρια χαρά του, όταν θαλασσοπνιγόμασταν μεσοπέλαγα και προσπαθούσαμε να φτάσουμε από την Πάρο στον Πλατύ Γιαλό της Σίφνου. Ήταν μαζί και μια φίλη γενναία… Αμίλητη. Ούτε μια στιγμή δεν διαμαρτυρήθηκε, όταν την έλουζαν τα κύματα και κοντεύαμε να τουμπάρουμε. Ούτε όσο μείναμε στην Σίφνο μας κάκιωσε. Τέτοια ψυχραιμία;

    Μου τηλεφώνησε ξημερώματα, ενώ τον περιμένα στο φουσκωτό να επιστρέψουμε με τη θάλασσα γαλήνια, να ‘χει απέραντη «καλοσύνη»: «Αλλαγή σχεδίου, «βράχωσε ο ροφός». Η φίλη μας είχε πάθει τέτοιο πανικό, που της προκάλεσε αφωνία. Απ’ την πρώτη μέρα είχε βγάλει ήδη εισιτήριο να επιστρέψει με το πλοίο της γραμμής… Εκτοτε την συνθηματική αυτή φράση τη χρησιμοποιούσε όταν φλερτάριζε μια κοπέλα και έτρωγε χυλόπιτα: «βράχωσε ο ροφός». Τουτέστιν, με τόσα που έλεγε μες το μεθύσι του, η άλλη κλείστηκε στην σπηλιά της.

    Γινήκαμε χοντροί γιατί φάγαμε όλες τις αστακομακαρονάδες του κόσμου και προσπαθούσαμε να πιούμε περισσότερο ουίσκι από τον Μπάμπη, τον Τσικληρόπουλο, τον θεατρικό συγγραφέα τον φίλο μας που μας εγκατέλειψε πρώτος. Εγώ σταμάτησα να πίνω όταν οι τρανσαμινάσες χτύπησαν ταβάνι. Ο Μιχάλης όχι. Ακόμη και μετά το πρώτο εγκεφαλικό δεν κράτησε την υπόσχεση που μου έδωσε στο νοσοκομείο: κατέβαζε ένα μπουκάλι με το «καλησπέρα σας». Για να μου δείξει τι χαρά έκανε που ανταμώσαμε.

    Από πιτσιρίκια κάναμε παρέα με τον αναρχικό της σχολής Μωραΐτη, που πρωτοστάτησε στα γεγονότα της Νομικής και του Πολυτεχνείου. Έφτιαξε μια επαναστατική οργάνωση όταν ήταν μαθητής. Μπαινόβγαινε στην φυλακή. Κάθε φορά που γινόταν κάποια ένοπλη ενέργεια, πρώτα στο σπίτι του πήγαιναν. Δεκατρείς κατ’ οίκον έρευνες. Είχα πάντα ένα σπρέι έτοιμο για να γράψω στους τοίχους: «Λευτεριά στον Μιχάλη Πρωτοψάλτη»!

    Κι όμως, σ’ όλη την μεταπολίτευση ο «συνήθης ύποπτος», ήταν εκείνος που πρώτος διαφώνησε μεγαλόφωνα με την βία των όπλων, με τόσο προκλητικό τρόπο που μας έκανε να ανησυχούμε, εκείνη την ταραγμένη εποχή, για την ασφάλειά του.

    Ήταν εκδότης του ιστορικού αναρχικού περιοδικού «Ο Κόκκορας που Λαλεί στο Σκοτάδι». Πρωταγωνίστησε στην έκδοση των περιοδικών «Αλληλεγγύη», «Τα Άνθη του Κακού» και στο κίνημα της ελεύθερης ραδιοφωνίας με τον «Τυφλοπόντικα στα FM». Οι γονείς του διανοούμενοι, γραμματιζούμενοι. Τους έχασε μαζί ένα καλοκαίρι και ήρθε μόνος του απ’ την Νάξο με το μικρό κατακόκκινο φουσκωτό να με βρει στην Πάρο για να μπορέσει να κλάψει. Ανάρπαστα γίνανε τα συλλεκτικά τεύχη του «Κόκκορα» και τα «Άνθη του Κακού» που επανέκδοσε όταν έφτιαξε τις εκδόσεις «Βιβλιοπέλαγος».

    Ηταν από τα ιδρυτικά μέλη των Οικολόγων Εναλλακτικών, επηρεασμένος απ’ τον Μπούσκιν, ωστόσο μέχρι σήμερα που έφυγε με το δεύτερο εγκεφαλικό (πάλι το έπαθε μέσα στο νοσοκομείο), παρέμενε ουτοπιστής αναρχικός. Δεν νομίζω ότι υπήρχε άλλος που να τον υποστηρίζει: προσπαθούσε να κατεβάσει στις ευρωεκλογές ψηφοδέλτιο με τίτλο «Το Κόμμα της Αναρχίας»: «Το Α σε κύκλο είναι το τρίτο καλύτερο brand name μετά το σήμα της mercendes και της ειρήνης», μου έλεγε και ξανάλεγε ενώ ρούφαγε το ουίσκι. Yπομονευτικό το χιούμορ του, οσο και ο αυτοσαρκασμός. Πίστευε ότι θα πάρει τουλάχιστον 5%.

    «Αναρχικοί στις εκλογές; Τι λες ρε Μιχάλη»; Τούρκος γινότανε. Ήταν για εκείνον το πιο αυθεντικό, ουμανιστικό κίνημα. Είχε μια τεράστια κήλη και έπρεπε να την εγχειρήσει. «Αν με βοηθήσεις να κατέβουμε στις εκλογές, θα πάω να την αφαιρέσω μετά», το ανέβαλε συνεχώς. Δεν φοβήθηκε ποτέ την εξουσία, αλλά νομίζω αυτήν την εγχείριση την φοβόταν. Κοιτάζω τις παλιές φωτογραφίες απ’ τις διακοπές, τα γλέντια, τις διαδηλώσεις. Μην ανησυχείτε: Ο «Κόκκορας που λαλεί στο σκοτάδι» θα ακούγεται πάντα αν έχετε τις νύχτες τα αυτιά σας ανοιχτά.

    Αντίο φίλε μου!

    ΥΓ. Η κηδεία του θα γίνει αύριο 21/5 στις 17:30 στο νεκροταφείο Αγίων Αναργύρων.

    http://www.enallaktikos.gr/ar5096el_o-kokkoras-poy-lalei-sto-skotadi-siwpise-proswrina-toy-andrea-roymeliwti.html

  2. Venceremos Μιχάλη, venceremos

    από τον Τσαλαπετεινό

    -Ρε Μιχάλη, πίσω από τα κάγκελα, σα φυλακισμένος είσαι, τού είπα κι εκείνος που είχε έρθει μέχρι εκεί, από το καφέ που τα λέγαμε για ώρες, για να μού κουνήσει μαντήλι μέσα Οκτώβρη του 06, πέρασε τη γροθιά μέσα από τα κάγκελα στο λιμάνι της Νάξου και φώναξε σοβαρός-και το εννοούσε: Venceremos!

    Σε λιμάνι τον είχα πρωτοσυναντήσει. Πολλά χρόνια πριν. Στο Νησί. Τότε που πηγαίναμε όλοι στο μώλο, κάθε που ερχόταν καράβι, να δούμε ποιούς θα κατεβάσει. Βγήκε από τη μπουκαπόρτα φορτωμένος: ένα σακίδιο στον ώμο από όπου εξείχε το ψαροντούφεκο και στα χέρια κουβαλούσε αγκομαχώντας την εξωλέμβια. Η φίλη του, μπαταρισμένη από τη μια μεριά, έσερνε έναν τεράστιο σάκο από καραβόπανο. Από αυτόν, λίγο αργότερα στην παραλία έβγαζε ένα διπλωμένο πράμα στο χρώμα της καρμίνας που μετά από ώρες τρομπάρισμα, έγινε φουσκωτό. Μ` αυτό είχε σπεύσει με τέρμα τα ανύπαρκτα γκάζια της μικρής εξωλέμβιας μέχρι απέναντι, στη ξέρα, για να βγάλει στη στεριά ένα μισοπεθαμένο Ιταλό -συνάδελφο, ψαροντουφεκά- που λίγο έλειψε να τον χάσουμε από υποθερμία.

    Στην Αθήνα, χειμώνα, σπάνια βρισκόμασταν και συνήθως τυχαία. Στο Νησί όμως σταθερά κάθε χρόνο. Κρασοκατανύξεις με κουβέντες παρά θιν αλός, γλέντια ολονύκτια με χορούς κάτω από έναστρους ουρανούς, καλές ψαριές που πάντα αγωνιούσε αν θα ψηνόταν σωστά και μπαινόβγαινε στην κουζίνα της ταβέρνας μέχρι να φτάσει στο τραπέζι μας η πιατέλα με όσα είχε πιάσει μετά από ώρες στο βυθό. Καλοκαίρια από αυτά μας έκαναν τότε να αντέχουμε τους ενδιάμεσους χειμώνες. Καλοκαίρια που μας θωράκισαν μια και καλή και σήμερα δεν τσακίζουμε.

    Μαλάκα, ο γιατρός δε μ` αφήνει να πάρω το φουσκωτό, ήταν η πρώτη κουβέντα που μου είπε πριν δυο μήνες όταν τον συνάντησα στο Comicdom Con Athens που συμμετείχε ως εκδότης. Απρίλης στις αρχές του κι εκείνος και ήδη σκεφτόταν το καλοκαίρι στο Νησί. Στο ένα χέρι είχε τσιγάρο και στο άλλο κρατούσε ένα ποτηράκι ρακή. Με είδε που τα κοίταζα επιτιμητικά, χωρίς όμως να λέω κουβέντα και πέταξε ένα ”δε γαμιέται…” που εκείνη την ώρα το μετέφρασα, “όσο αντέξει αυτή η ρημάδα η καρδιά”.

    Δεν άντεξε, ούτε μέχρι το καλοκαίρι. Και τώρα που πρέπει να τον αποχαιρετίσω, θα βγάλω κι εγώ με τη σειρά μου γροθιά το χέρι μέσα από τα κάγκελα για να τού πω, εννοώντας το: Venceremos Μιχάλη, venceremos.

    http://tsalapetinos.blogspot.gr/2014/05/venceremos-venceremos.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s