Περίμενέ με στον βυθό

 

11140354_792034510887208_1429083430350797140_n

 
Ήταν Σεπτέμβρης του 1980 όταν με παρακάλεσε να αγοράσω έναν LP δίσκο.
«Θα υπογραμμίσεις το τραγούδι «Το μήνυμα»…», μου είπε ενώ ταυτόχρονα ακούμπαγε την βαλίτσα της στο πορτμπαγκάζ του ταξί που θα την πήγαινε στο πλοίο για να ταξιδέψει για Κρήτη.
«…και θα του τον δώσεις το βράδυ που θα γυρίσει. Φιλιά και αριβεντέρτσι» ήταν τα τελευταία της λόγια.

Το απόγευμα πήγα σε ένα δισκάδικο και τον αγόρασα. Βρήκα ανάμεσα στους τίτλους το τραγούδι που έπρεπε να υπογραμμίσω. Στίχοι του Λευτέρη Παπαδόπουλου, μουσική του Μάνου Λοΐζου, το τραγουδούσε η Μαρίζα Κωχ. Δεν το είχα ακούσει αν και ήταν τραγούδι δεκαετίας. Αποφάσισα ότι μια από τις επόμενες μέρες θα τα άκουγα όλα.

Άφησα τον δίσκο στο τραπέζι της κουζίνας με την σιγουριά ότι θα τον έβλεπε μόλις έμπαινε και όταν σκοτείνιασε βγήκα στην πόλη.

Γύρισα κατά τις δύο. Έβαλα το κλειδί στην πόρτα και άνοιξα. Σκοτάδι!
Από το κατασκότεινο σαλόνι ακούγονταν η Μαρίζα Κωχ…

Περίμενέ με παλληκάρι
περίμενέ με στο βυθό
μπροστά σου να φανερωθώ
σαν Αυγουστιάτικο φεγγάρι

Έκλεισα και ξαναβγήκα στον δρόμο. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα αλλού.

11083897_792077767549549_7666616032055102009_n

Advertisements

Παρασκευή δεκατρείς Μάρτη του δυο χιλιάδες δεκαπέντε

11026206_780527565371236_8917871232032543460_o[1]

Βρέχει!
Περιμένω στην στάση
Ρυάκια νερού, συνισταμένες βαρυτικών δυνάμεων
Παίρνουν μαζί τους τις σιγουριές των ανθρώπων
Καθαρίζουν…

Κόκκινο!
Το κόκκινο από τα στοπ των καθηλωμένων αυτοκινήτων
Καθρεφτίζεται στον δρόμο
Ο δρόμος γίνεται κόκκινος
Φαντάζει κόκκινος, αλλά δεν είναι…

Πίεση!
Κόκκινο, πίεση
Το κόκκινο μέσα στις αρτηρίες μου που κυλάει
Σπάνε οι αρτηρίες
Σμίγει το αίμα με το βρόχινο νερό…

Χρώμα!
Βρέχει πολύ
Το νερό γίνεται κόκκινο
Βάφει τον δρόμο κόκκινο
Καθαρίζει από τις άχρωμες σιγουριές…

Θυσία!
Σαν τα στοπ των εξαναγκασμένων να παραμένουν σε ακινησία αυτοκινήτων
Σαν τα στοπ που ακούω στη φωνή σου
Βρέχει πολύ
Κόκκινο, Στοπ, Ακίνητο…

Αντίο κύριε Σποκ

10401523_773565596067433_5732171309764694360_n[1] Στην καρέκλα του χασάπη η Μαρίνα. Ήταν 16 χρονών, ακριβώς όσο και εγώ και ήταν έγκυος. Κατατρομαγμένοι και οι δύο. Μάζεψα τα χρήματα παρακαλώντας δεξιά και αριστερά και πουλώντας στο Μοναστηράκι αγαπημένα βιβλία την ηλεκτρική μου κιθάρα ακόμη και ένα αγαπημένο μου τζάκετ. Βρήκαμε και έναν γιατρό που έκανε «την δουλειά» στο ιατρείο του «επί της Πατησίων»…. Η Μαρίνα ήταν κάθετη και αποφασισμένη, όχι ότι εγώ είχα άλλη γνώμη, αλλά είχε τον πρώτο λόγο.

Η αγωνία λίμναζε στην ατμόσφαιρα μέχρι την στιγμή που βγήκε ο γιατρός από το δωμάτιο που έκανε την επέμβαση και που ήταν το ίδιο που όλες τις άλλες μέρες ήταν το εξεταστήριο του. Τα Σάββατα το χρησιμοποιούσε για χασάπικο.
«Όλα πήγαν καλά… Πέρασε…», μου είπε και μου έδειξε την πόρτα.
Μπήκα μέσα και η Μαρίνα ήταν υπό την επήρεια του αναισθητικού. Της κράτησα το χέρι. Μετά από λίγη ώρα άνοιξαν χαραμάδες στα μάτια της.
«Κέρκ, εσύ είσαι Κερκ;;;»
Εκείνη την στιγμή δεν κατάλαβα …αλλά ήταν η δικιά της ώρα και θα έκανα ότι ήθελε.
«Ναι Μαρίνα. Εγώ είμαι.»
«Ο κύριος Σπόκ είναι εδώ;;;»
«Έξω είναι Μαρίνα, περιμένει και αυτός.» ….

Πέρασαν μέρες. Το κουβεντιάσαμε αργότερα. Μου είπε ότι μου έκανε πλάκα. Μάλλον ντρέπονταν. Πάντα κάνω το ίδιο λάθος! Μα …πάντα!!! Κοιτάω πίσω από τα λόγια να βρω την δεύτερη σκέψη ενώ σχεδόν πάντα η αλήθεια είναι στα ίδια τα λόγια.

Καναλιώτης

Εξηλεκτρισμός

1617561_772863886137604_2305373433770606727_o[1]
Σε μια εκτεταμένη διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος σήμερα το βράδυ, ξαφνικά έκλεισαν όλες οι ηλεκτρικές συσκευές του σπιτιού.

Μετά από πολύ λίγο με πλησίασε ένα κορίτσι περίπου δεκατεσσάρων χρονών και φρικαρισμένο με ρώτησε τι έγινε. Του εξήγησα ότι έγινε διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος, φαντάζομαι λόγω του καιρού ή μπορεί να φταίει και ο ΣΥΡΙΖΑς.
Με ρώτησε, με κάποια αγένεια είναι αλήθεια, πόσο θα κρατήσει αυτό και εγώ απάντησα ότι δεν ξέρω, μπορεί λίγα λεπτά αλλά ίσως και μερικές ώρες. Φρίκαρε και ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής της με ρώτησε πως θα ζήσει χωρίς internet.
Ήταν η στιγμή που ξεχείλισε το ποτήρι της υπομονής μου, της είπα ότι ήταν αγενής και την ρώτησα ποιανού παιδί είναι. Κουνώντας το κεφάλι της και κάνοντας την γνωστή κυκλική κίνηση του δάκτυλου στον κρόταφο, μου είπε «Άιντε άιντε!!! Τα ‘πεξες δικέ μου. Η κόρη σου είμαι!!!».

Εκεί την θυμήθηκα. Είχα να δω σηκωμένο το κεφάλι της από τα επτά της.

Καναλιώτης