Αντιστράτηγος Μεταξάς. Ανυπότακτος εν καιρώ πολέμου

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» της 25 Αυγούστου 1922 και αναδημοσιεύτηκε  στις  27 Νοεμβρίου 1934 στην εφημερίδα «Πατρίς» της Αθήνας.  Γράφει ο Γεώργιος Βλάχος:

 

19046-004-4227691A[1]

Ένας κύριος εισέρχεται εις την Σχολήν των Ευελπίδων, τρέφεται εκεί και εκπαιδεύεται, όπως όλοι οι μαθηταί, δι’ εξόδων σχεδόν του Κράτους. Γίνεται ανθυπολοχαγός, φορεί γαλόνια, του κάμουν σχήματα οι στρατιώται, παραμερίζουν οι πολίται όταν περνά, είναι αξιωματικός, παίρνει μισθόν. Προάγεται. Σήμερον λοχαγός, αύριον ταγματάρχης, μεθαύριον συνταγματάρχης, έπειτα αντιστράτηγος. Και τα έτη αυτά πληρώνεται, είναι σεβαστός, είναι σπουδαίος.

Το Κράτος εις το οποίον εστοίχισε τόσα, γυρίζει τον βλέπει, τον καμαρώνει:
– Ιδού ένας κύριος, τον οποίον ανέθρεψα, εμεγάλωσα, ετίμησα, επλήρωσα, διά να τον έχω την στιγμήν της ανάγκης. Οιασδήποτε ανάγκης· αυτής την οποίαν κρίνω εγώ και υπέρ ης θα θυσιασθή ασυζητητί αυτός. Διότι θυσιάζονται άλλοι: χωρικοί, εργάται, άνθρωποι του γραφείου, πολίται και πολίται μηδεμίαν πραγματικήν έχοντες προς εμέ υποχρέωσιν, όταν εγώ το ζητήσω. Αυτά σκέπτεται το Κράτος.

Και η στιγμή έρχεται: Μία εκστρατεία και το Κράτος καλεί δεξιά και αριστερά τους Έλληνας· παιδιά δεκαοκτώ ετών, αφήνουν τα θρανία, άνθρωποι οικογενειάρχαι κλείνουν το σπίτι, το μαγαζί, ζώνονται τις παλάσκες, τον γυλιόν, τα φυσέκια, αποχαιρετούν άλλοι με ενθουσιασμόν, άλλοι με δάκρυα και στενοχώριαν, και τρέχουν εκεί που τους στέλλει το Κράτος. Πού πηγαίνουν; Δεν ερωτούν! Τι θα γίνει, δεν ξεύρουν. Εμπρός παιδιά! Και πηγαίνουν εμπρός. Σκοτωθήτε παιδιά! Και σκοτώνονται. Και όλοι είναι παιδιά; Όχι. Είναι και άνθρωποι προ πολλού καταθαλόντες θαρύν τον φόρον των θυσιών προς την πατρίδα, άνθρωποι κουρασθέντες από τα πολεμικά, άνθρωποι ξένοι και προς της νίκης τα αγαθά και προς της δόξης τα κέρδη. Εν τούτοις πηγαίνουν. Διότι έτσι είναι, διότι έτσι γίνεται. Διότι ο πολίτης δεν παζαρεύει με την Πατρίδα.

Τότε έρχεται και η σειρά του κ. Αντιστράτηγου:
– Περάστε, κ. Αντιστράτηγε. Σας χρειαζόμεθα. Αρχηγόν του στρατού. Αρχηγόν του Επιτελείου, αυτό ή εκείνο…, λέγει πνιγμένον από την ανάγκην το Κράτος.
– Δεν πάω, λέγει ο κ. Αντιστράτηγος.
– Διατί;
– Διότι η εκστρατεία αυτή δεν μου αρέσει. Διότι θα αποβή ολεθρία, διότι τα πράγματα θα πάνε έτσι κι έτσι… Και ο κ. Αντιστράτηγος προμαντεύει την καταστροφήν. Και το Κράτος; Το Κράτος το οποίον εφήρμοσε τον νόμον περί ληστείας διά να συλλάθει τους ανυποτάκτους της υπαίθρου της χώρας, το οποίον εφάνη αμείλικτον όταν κανείς τσοπάνης, πατήρ τεσσάρων ή πέντε τέκνων, δεν προσήλθεν εν καιρώ, κουνεί το κεφάλι του, μετρά τα έξοδα και τους μισθούς που επλήρωσε, καμαρώνει τα γαλόνια και τους βαθμούς και τον αφήνει και φεύγει.

Τότε εις την έξοδον τον συλλαμβάνει ένας δημοσιογράφος – ο δημοσιογράφος είναι εν ζωή και γράφει αυτήν την στιγμήν – και του λέγει:
– Κύριε Αντιστράτηγε, κάτι εκρυφάκουσα από την πόρτα: Θεωρείτε την εκστρατείαν καταστρεπτικήν; Έτσι την νομίζω και εγώ. Έρχεσθε σεις με το κύρος σας και εγώ με την πένναν μου, να το ειπούμε εις τον κόσμον; Διότι είναι φοβερόν, να ξέρετε ότι θα επέλθη μία καταστροφή και ούτε να πηγαίνετε να την καταστήσετε ίσως μικροτέραν, ούτε να επιχειρήτε να την σταματήσετε, εκ φόβου ότι θα χάσετε αγαθά της προφητείας.

Αλλ’ ο κ. Αντιστράτηγος θεωρεί τούτο καταστρεπτικόν. Και σιωπά και πηγαίνει εις το Φάληρον και κλειδώνεται και περιμένει. Τι περιμένει. Περιμένει ως κόραξ την καταστροφήν, τον θάνατον, από τον οποίον πρόκειται να τραφή η φιλοδοξία του. Κάτω εις τα πεδία των μαχών γίνονται λάθη. Ο Αντιστράτηγος τα γνωρίζει και σιωπά. Γίνονται επιχειρήσεις μέλλουσαι να φέρουν την προφητευθείσαν κατα­ στροφήν. Ο κ. Αντιστράτηγος τας γνωρίζει και σιωπά.

Και όταν η καταστροφή επήλθε, όταν κλαίουν όλα γύρω του όταν ο οίκος της Ελλάδος επληρώθη από τραυματίας, νεκρούς, πρόσφυγας, δυστυχίαν, ο κ. Αντιστράτηγος φορεί το φράκο του και της κτυπά την θύραν.
– Τι θέλετε;
– Είμαι ο κ. Αντιστράτηγος. Θέλω να γίνω πρωθυπουργός. Έχω τα χαρτιά μου εν τάξει: «Τα έχω ειπεί». Αλλ’ η Ελλάς έχει εργασίαν, μαζεύει τα τέκνα της. Αν δεν είχε, θα έπαιρνε την σκούπαν και θα του έλεγε εκεί, εις την οδόν:
– Φύγε, απ’ εδώ. Άνθρωπε μ ι κ ρ έ, που περίμενες να κατασκευάσης πρωθυπουργικόν φράκον από τα ράκη.  Φυγ’ απ’ εδώ, α ν υ π ό τ α κ τ ε   σ τ ρ α τ ι ώ τ α   των αναγκών μου, αυτόκλητε κηδεμών της ατυχίας μου, τέκνον άχρηστον, άνθρωπε μηδέν. Αυτά θα έλεγε εις τον Αντιστράτηγον κ. Μεταξάν δακρύουσα η Ελλάς, αν έστρεφε ποτέ προς τον κ. Μεταξάν η Ελλάς τα βλέμματα.

Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας  του Τάσου Βουρνά (τόμος 1909 – 1940)  Εκδόσεις Τολίδη    σελ 238

Η υπέρβαση και η απώθηση του ναζιστικού παρελθόντος στη Γερμανία – Μια ψυχολογική προσέγγιση

Μια ψυχολογική προσέγγιση για το ναζιστικό παρελθόν της Γερμανίας και γιατί σχετίζεται με την «συναισθηματική ακαμψία» των Γερμανών μπροστά στην τραγωδία που παράγουν οι πολιτικές λιτότητας στην Ελλάδα

Η ψυχολόγος και μόνιμος κάτοικος και πολίτης Γερμανίας Τριανταφυλλιά Thiesing-Κωστοπούλου εξηγεί σε αυτό το κατατοπιστικό κείμενο γιατί οι αναφορές στο ναζιστικό παρελθόν της Γερμανίας απωθούνται από τον γερμανικό λαό και πού οφείλεται η «συναισθηματική ακαμψία» μπροστά στην ολοκληρωτική καταστροφή που προκάλεσαν οι ναζί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή η ίδια «συναισθηματική ακαμψία» που και σήμερα μετατρέπει τον Γερμανικό λαό σε τόσο αποδοτικό αλλά και τόσο τυφλό στον πόνο και στην καταστροφή που προκαλούν οι πολιτικές λιτότητας που επιβάλλουν οι ηγεσίες τους σε άλλους λαούς. Όπως στον Ελληνικό λαό.

της Τριανταφυλλιάς Thiesing-Κωστοπούλου

Πριν αρχίσω θέλω να τονίσω, πως πεποίθηση μου είναι, πως τα δίκαια αιτήματα ως προς της γερμανικές οφειλές προς την Ελλάδα στερούνται πολιτικής βούλησης τόσο από μεριάς της Γερμανικής κυβέρνησης, όσο και της ελληνικής.

Θέλω σήμερα να περιγράψω κάτι που πιστεύω πως μπορεί να είναι χρήσιμο, αν το λάβουμε υπόψη, έστω στο πίσω μέρος του μυαλού μας, στις διαπραγματεύσεις ή συνομιλίες μας με τους Γερμανούς, όταν προβάλλουμε τα δίκαια αιτήματα των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα.

Πέρυσι το Μάιο, ο Μανώλης Γλέζος απευθύνθηκε με μια συγκλονιστική επιστολή στους αναγνώστες της μεγάλης σε κυκλοφορία γερμανικής εφημερίδας «die Welt», που συγκίνησε κάθε Έλληνα που τη διάβασε.

Ωστόσο, τα σχόλια των Γερμανών αναγνωστών ήταν ως επί το πλείστων επικριτικά και σε κάποιο βαθμό, εμετικά. Διαβάζοντας τα σχόλια, έρχονταν συνεχώς στο νου μου, τα λόγια του εβραίου, Γερμανού ζωγράφου Μαξ Λίμπερμαν, που στις 30 Ιανουαρίου του 1933, στο αντίκρισμα των πυρσοφόρων, υμνητών του Χίτλερ, ξεστόμισε: «Μου είναι αδύνατο να φάω τόσο, όσο για να ξεράσω».

 

3472680_818

Κατά την προσωπική μου κρίση, η επιστολή του Μανώλη Γλέζου μίλησε στην ψυχή του μέσου Έλληνα. Μίλησε, όμως, και στην ψυχή του μέσου Γερμανού;

Εικάζω πως όχι, δεν μίλησε στην ψυχή του μέσου Γερμανού. Αντιθέτως, κινητοποίησε αντανακλαστικά άμυνας, τα οποία εκφράστηκαν με επίθεση, μείωση της προσωπικότητας του Έλληνα και με κατηγορίες ενάντιων του. Σε κάποια σχόλια μάλιστα, μού δημιουργήθηκε η εντύπωση πως δεν συγχωρούν στο Μανώλη Γλέζο ότι ακόμη ζει.

(Σχετικά με τις κατηγορίες ενάντια στους Έλληνες, έχω να πω πως δυστυχώς εκτός από την εξαιρετική δουλειά που έκαναν και συνεχίζουν να κάνουν τα Γερμανικά ΜΜΕ και η γερμανική κυβέρνηση προς αυτή την κατεύθυνση, μπορούν οι Γερμανοί να στηρίξουν τις κατηγορίες τους και στην πλέον έγκυρη πηγή, τον πρώην Έλληνα πρωθυπουργό, Γιώργο Παπανδρέου, που μίλησε με την τότε ιδιότητά του, με τα πλέον απαξιωτικά σχόλια για τους Έλληνες.)

Επιστρέφοντας στην επιστολή Γλέζου, αναρωτήθηκα: γιατί δεν άγγιξε τη ψυχή του μέσου Γερμανού; Για την απάντηση, θα βασιστώ στους δυο μεγάλους, Γερμανούς ψυχαναλυτές, την Margarete και τον Alexander Mitscherlich.

(Στο σημείο αυτό, να σας πω πως ο Alexander Mitscherlich κατέθεσε στη Δίκη της Νυρεμβέργης εναντίον συναδέλφων του ναζιστών, με αποτέλεσμα στη μεταπολεμική Γερμανία, που εννοείται πως προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της, να μην τον αφήσουν να πάρει έδρα στο πανεπιστήμιο της Χαϊλδεβέργης, όπου δίδασκε. Τελικά κατόρθωσε να πάρει έδρα στη Φρανκφούρτη, καθώς ήταν φίλος των Αντόρνο και Χορκχάιμερ, αλλά και πάλι όχι ως καθηγητής ιατρικής, αλλά φιλοσοφίας)

Auschwitz-concentration-camp-nazi-1

Τη δεκαετία του ’60, δεν μπορούσε να βγει από το νου του Alexander Mitscherlich το ερώτημα:

Πώς μπορούν οι Γερμανοί, μετά από αυτά τα εγκλήματα να συνεχίζουν να ζουν κανονικά, σαν να μην είχαν οι ίδιοι καμία σχέση με τα όσα συνέβησαν;

Ως ψυχαναλυτής, είχε πάντα να κάνει με ασθενείς που ήταν αξιωματικοί των ναζί ή μέλη των SS.

Αυτό που τον απασχολούσε ήταν πως δεν φαινόταν να έχουν κανένα ίχνος τύψης, ενοχής ή ντροπής. Δεν μπορούσε να επεξηγήσει την έκταση της απάθειας και της ηθικής αδιαφορίας, μπροστά στη φρίκη της γενοκτονίας, επικεντρώνοντας στον αυταρχικό χαρακτήρα του γερμανικού λαού και στη λατρεία του προς την τάξη και την εξουσία.

Κατέληξε μάλιστα στο συμπέρασμα, πως αυτοί οι ασθενείς ήταν αντιπροσωπευτικοί για αυτό που χαρακτηρίζει το σύνολο της γερμανικής κοινωνίας και όχι μόνο μεμονωμένα περιστατικά. Τα αποτελέσματα όλης αυτής της εμπειρίας τους, το ζεύγος Mitscherlich τα δημοσίευσε το 1967, σε ένα βιβλίο που συγκλόνισε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλο τη μεταπολεμική γερμανική κοινωνία και που έγινε μπεστ σέλερ. Τίτλος του βιβλίου: «Η ανικανότητα του να πενθείς».

Στο βιβλίο αυτό οι Mitscherlich λένε:

«Ο πόλεμος είχε χαθεί. Τεράστιες οι καταστροφές στη Γερμανία και βουνό τα συντρίμμια. Και όμως το γεγονός αυτό δεν διείσδυσε πλήρως στη συνείδησή μας. Αμέσως, με τα πρώτα σημάδια επανενδυνάμωσης της πολιτικής μας επιρροής και της οικονομικής μας δύναμης, άρχισε να εκδηλώνεται όλο και περισσότερο πλέον ελεύθερα μια φαντασίωση για το τι συνέβη και όχι το τι πραγματικά συνέβη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μέσα από αυτή την άρνηση του τι συνέβη στο τρίτο Ράιχ, απαλλαχτήκαμε την ίδια στιγμή και από το να αναγνωρίσουμε τις συνέπειες!

Από ένα επιθετικό έθνος, υπό τον οπισθοδρομικό εθνικοσοσιαλισμό, μετατραπήκαμε φαινομενικά σε ένα απολιτικό, συντηρητικό έθνος. Ένα έθνος που ανέπτυξε πάρα πολύ μικρό ψυχολογικό ενδιαφέρον για τα κίνητρα που το έκαναν υποστηρικτή ενός ηγέτη όπως ο Χίτλερ, που το οδήγησε στη μεγαλύτερη υλική και ηθική καταστροφή. Εξίσου μικρό ήταν και το ενδιαφέρον μας για την αναδιοργάνωση της κοινωνίας μας.

Τι κάναμε λοιπόν; Συγκεντρώσαμε όλη μας την ενέργεια στην αποκατάσταση των καταστροφών και στην επέκταση της βιομηχανικής δύναμης.

Η αποκατάσταση της οικονομίας ήταν το αγαπημένο μας παιδί. Η αγαπημένη μας ασχολία.

yefim-tsvik-11-april-international-day-to-remember-the-liberation-of-the-prisoners-of-the-nazi-concentration-camps-1985-e1273461149514

Αντί μιας πολιτικής επεξεργασίας του παρελθόντος, ως μια μικρή προσπάθεια επανόρθωσης, πραγματοποιήσαμε μια εκρηκτική ανάπτυξη της γερμανικής βιομηχανίας και μόνο!

Από την άλλη, είναι σαφές ότι η δολοφονία εκατομμυρίων ανθρώπων δεν είναι εύκολο να αντιμετωπιστεί. Ωστόσο, η απόκρουση της συλλογικής ενοχής, είτε ως ενοχή της πράξης είτε ως ενοχή της ανοχής, έχει αφήσει ανεξίτηλα τα ίχνη της στο χαρακτήρα μας.

Αυτό που παρατηρείται είναι πως όποτε παίζουν σημαντικό ρόλο ψυχολογικοί μηχανισμοί απόκρουσης, όπως άρνηση και απώθηση, στην επίλυση συγκρούσεων – είτε πρόκειται για άτομο είτε πρόκειται για συλλογικότητες – τότε σχεδόν πάντα περιορίζεται η αντίληψη της πραγματικότητας και εξαπλώνονται στερεοτυπικές προκαταλήψεις. Οι προκαταλήψεις αυτές προστατεύουν τη διαδικασία άρνησης και απώθησης, η οποία με τη σειρά της ενισχύει τις προκαταλήψεις.

Η υπέρβαση του παρελθόντος προϋποθέτει μια σειρά γνωστικών σταδίων. Ο Freud κατονομάζει τα στάδια αυτά ως «Ανάμνηση, επανάληψη, επεξεργασία»…

Αυτό που συμβαίνει είναι πως το περιεχόμενο μιας μοναδικής μνήμης, ακόμα κι αν συνοδεύεται από έντονα συναισθήματα, ξεθωριάζει γρήγορα. Γι’ αυτό είναι αναγκαίες οι επαναλήψεις εσωτερικών συγκρούσεων και η κριτική μελέτη αυτών, για να ξεπεραστούν οι δυνάμεις της αυτοπροστασίας, που λειτουργούν ενστικτωδώς και ασυνείδητα μέσω της λήθης, της άρνησης, της προβολής και άλλων παρόμοιων αμυντικών μηχανισμών.»

Η αλήθεια είναι πως για τη μεγάλη πλειοψηφία των Γερμανών, η περίοδος του ναζισμού αντιμετωπίζεται ως μια… ίωση, που πέρασε στην παιδική ηλικία, παρόλο που αρχικά υπό τη φροντίδα του «ηγέτη» ζούσε μια συλλογική ευχαρίστηση. Ήταν θαυμάσιο να πιστεύεις πως είσαι μέλος ενός εκλεκτού λαού, να πιστεύεις στην ιδέα του εαυτού σου ως υπερανθρώπου!

Αυτή η πίστη δεν κλονίστηκε οπωσδήποτε αργότερα.

Απόδειξη πως δημοσιεύσεις σε βιβλία και εφημερίδες με απόψεις πως ό, τι έγινε στο ναζιστικό παρελθόν, έγινε υπό την πίεση κακόβουλων εξωτερικών παραγόντων, βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση στη μεταπολεμική Γερμανία. Τέτοια δημοσιεύματα συνέβαλαν στο να καταπραΰνουν πιθανές ενοχές ή και πιθανό αίσθημα ντροπής που πηγάζουν από το ναζιστικό παρελθόν.

Μια τέτοια στάση σημαίνει πως επιλέγουμε να μένουν στη μνήμη μας μόνο τα… κατάλληλα για μας κομμάτια του παρελθόντος. Γεγονότα, στα οποία εμπλεκόμαστε ενοχικά απωθούνται, η σημασία τους αναθεωρείται, η ευθύνη καταλογίζεται σε άλλους και σε καμία περίπτωση δεν δεχόμαστε πως συνδέονται με την ταυτότητά μας. Απεναντίας, οι νικηφόρες επιδρομές δοξάζονται, σπάνια μνημονεύεται η ανευθυνότητα απέναντι στη μεγαλομανία, που στο βωμό της θυσιάστηκαν εκατομμύρια άνθρωποι, ακόμη και Γερμανοί.

Στο διαχωρισμό σε ευχάριστα και μη ευχάριστα μνημονευμένα, καταναλώνεται πολύ σημαντική ποσότητα ψυχικής ενέργειας. Ψυχική ενέργεια που βοηθάει στην προστασία του εαυτού από σοβαρές, βαριές τύψεις, αλλά και αμφιβολίες ως προς την αυτοεκτίμηση. Και φυσικά δεν υπολείπεται αρκετή ψυχική ενέργεια και για την υπέρβαση του παρελθόντος. Το ότι στη μεγάλη μάζα του πληθυσμού παρατηρήθηκαν μόνο λίγα σημάδια μελαγχολίας ή θλίψης ή πένθους, αποδίδεται σε αυτή ακριβώς τη συλλογική άρνηση και απώθηση του παρελθόντος.

Hitler rehearsing his public speeches in front of the mirror 12Αν θέλουμε να μιλήσουμε για ψυχολογικά συμπτώματα, μπορούμε ίσως να ερμηνεύσουμε το πείσμα με το οποίο άρχισε άμεσα η απομάκρυνση των συντριμμιών ως μια μανιακή κατάσταση. Το πείσμα, όμως, αυτό δεν ερμηνεύτηκε ως μανιακή κατάσταση, αλλά αποδόθηκε περισσότερο στην εργατικότητα των Γερμανών. Πάλι δηλαδή έχουμε αντιστροφή μιας δυσάρεστης αλήθειας σε προτέρημα.

Από τη μεριά μας, ίσως μπορούμε με αυτή τη μανιακή κατάσταση άμυνας να εξηγήσουμε το πώς η πληροφορία για το μεγαλύτερο έγκλημα στην ιστορία, δεν προκαλεί, ακόμη και σήμερα, την συγκίνηση ή παρόμοια συναισθήματα.

Αυστηρά μιλώντας, μπορούμε να πούμε πως οι Γερμανοί, για να διατηρούσουν μακριά από τον εαυτό τους το συντριπτικό φορτίο της ενοχής, αντέδρασαν κατ’ αρχάς, με συναισθηματική ακαμψία. Μ’ αυτή ακριβώς τη συναισθηματική ακαμψία αντίκρισαν τα βουνά των πτωμάτων, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την εξαφάνιση Γερμανών στρατιωτών στην αιχμαλωσία, τις πληροφορίες για τη δολοφονία εκατομμυρίων Εβραίων, Πολωνών Ρώσων, τη δολοφονία των πολιτικών αντιπάλων από τις τάξεις των ίδιων των Γερμανών. Με αυτή την ακαμψία μπόρεσαν να αποστραφούν συναισθηματικά το παρελθόν. Ένα παρελθόν, που προβάλλεται πλέον ως κάτι εξωπραγματικό, σαν ένα όνειρο. Αυτή η στάση, έθεσε αυτόματα σε λειτουργία το μηχανισμό της εξουδετέρωσης και του σχεδόν ακόμη ορατού Γ΄ Ράιχ και στη συνέχεια επέτρεψε στους Γερμανούς, χωρίς σημάδια πληγωμένης περηφάνιας, να ταυτιστούν εύκολα με τους νικητές. Επιπρόσθετα, η αλλαγή ταυτότητας συνέβαλε στην αποτροπή της επιρροής των συναισθημάτων και οδήγησε στη μανιακή αναίρεση του παρελθόντος και την στροφή σε τεράστιες συλλογικές προσπάθειες προς την ανοικοδόμηση.

vasili-arkashyov-the-victims-of-nazi-terror-1943

Αλλά και το ζεύγος Mitscherlich τονίζει πως αν οι Γερμανοί δεν καταφέρουν να απαλλαγούν από τις ιστορικές στερεοτυπικές προκαταλήψεις, θα μείνουν παγιδευμένοι σε ψυχοκοινωνική ακινησία, όπως ένας ασθενής με σοβαρή παράλυση. Και μέσα από αυτή την ψυχοκοινωνική ακινησία θα αντιμετωπίζουν τους ζώντες και επιζώντες. Όσο η συνεχής λογοκρισία της συνείδησής τους δεν επιτρέπει να ξεπηδήσει η οδυνηρή μνήμη, και όσο το παρελθόν δεν αντιμετωπίζεται στην αλήθεια του, δεν είναι δυνατό να αναπτυχθεί πένθος. Αντιθέτως, αναγκαία είναι μια συστημική και μακρόχρονη απελευθέρωση από αντικειμενικές σχέσεις με ανθρώπους και ιδανικά του παρελθόντος. Αν δεν γίνει αυτό, τότε θα συνεχίσουν να επιδρούν ασυνείδητα τα παλιά ιδανικά, που στον εθνικοσοσιαλισμό είχαν προκαλέσει την μοιραία στροφή της γερμανικής ιστορίας.

Οι Mitscherlich διατυπώνουν πως δεδομένης της ισχυρής ταύτισης με τον Χίτλερ, μετά τον πόλεμο και λόγω αυτής της απώλειας, οι Γερμανοί θα είχαν κάθε λόγο να πέσουν συλλογικά στην μελαγχολία ή να αναπτύξουν σοβαρές ψυχικές ασθένειες. Το ίδιο ισχύει και για το τεράστιο χρέος, που, το αργότερο το 1945, ήταν ορατό σε όλους. Ωστόσο, αυτό δε συνέβη.

Για τους Mitscherlich, ο λόγος είναι πως οι Γερμανοί συμπεριφέρθηκαν σαν μικρά παιδιά που έκαναν ένα λάθος. Και έτσι απλά, απώθησαν την ενοχή τους.

Και συνεχίζουν: Όπου υπάρχει χρέος, ενοχή , περιμένουμε μετάνοια και την ανάγκη για αποκατάσταση, για επανόρθωση. Όποιος υποστεί απώλεια, θρηνεί. Όταν τραυματίζεται το ιδανικό μας, είναι η ντροπή η φυσική συνέπεια. Ωστόσο, αυτό που έγινε ήταν πως η άρνηση επεκτάθηκε στις περιπτώσεις ενοχής, θλίψης και ντροπής. Οι Mitscherlich παρατηρούν πως η μνήμη χρησιμοποιείται μόνο ως εργαλείο συμψηφισμού της δικής τους ενοχής κατά την ενοχή του άλλου και όλα τα υπόλοιπα απωθούνται από αυτή.

Το συμπέρασμα των Mitscherlich είναι πως το κίνητρο γι’ αυτό που παρατήρησαν στη γερμανική κοινωνία, αποδίδεται καθαρά στην ανάγκη της αυτοπροστασίας. Αλλά οποίος δεν είναι σε θέση να θρηνήσει για την απώλεια του ηγέτη από τη μία πλευρά και για τα εκατομμύρια των θυμάτων από την άλλη, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ούτε το παρόν ούτε το μέλλον. Μένει εγκλωβισμένος στην ψυχολογική του ακαμψία.

Αν και το βιβλίο των Mitscherlich είναι από το 1967, μπορώ με ήσυχη τη συνείδηση να διατυπώσω πως ακόμη και σήμερα η πλειοψηφία της γερμανικής κοινωνίας είναι άκαμπτη ως προς το ναζιστικό παρελθόν και το χρέος που απορρέει από αυτό. Και δεν έχει αναπτύξει την ικανότητα να πενθεί. Έτσι εξηγώ και τα σχόλια των αναγνωστών στη Welt, σε σχέση με την επιστολή του Μ. Γλέζου.

Ο ρόλος των ΜΜΕ και της γερμανικής πολιτικής ως προς την κληρονομιά και το χρέος απέναντι στην Ελλάδα είναι γνωστός και δεν θα τον σχολιάσω. Θέλω μόνο να αναφερθώ στο ρόλο της παιδείας: Μέχρι σήμερα, μετά από 12 χρόνια σχολικής εκπαίδευσης, ο Γερμανός δεν διδάσκεται τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο σε όλο του το φάσμα. Το μάθημα της ιστορίας στα σχολεία περιλαμβάνει: άνοδο του φασισμού, αίτια κλπ., εισβολή στην Πολωνία, Στάλινγκραντ, εξόντωση των Εβραίων, ίσως και για πολιτικούς αντιπάλους των Ναζί, και το επόμενο κεφάλαιο είναι ο ψυχρός πόλεμος. Ο μέσος Γερμανός δεν γνωρίζει τίποτα για την κατοχή άλλων κρατών, όπως η Ελλάδα.

Ακόμη παρατηρώ πως η ελλιπής ενασχόληση με το ναζιστικό παρελθόν, η απώθηση οποιουδήποτε ίχνους λύπης ή μετάνοιας συνοδεύεται πλέον και με απόλυτη αδιαφορία. Χαρακτηριστικά αναφέρω το εξής παράδειγμα: λίγο πριν την επιστολή του Μανώλη Γλέζου, υπήρξε στην ίδια εφημερίδα μια συνέντευξή του. Σε αυτήν, ο Γλέζος αναφερόταν στον Μαξ Μέρτεν, τον Γερμανό υπεύθυνο για την εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης – γνωστό και ως «ο χασάπης της Θεσσαλονίκης». Υποθέτω πως ο δημοσιογράφος δεν άκουσε καλά το όνομα του σφαγέα «Μέρτεν», καθώς στο κείμενο έγραψε «Μέρτελ» και μάλιστα πολλές φορές. Φαίνεται, λοιπόν, πως ούτε ήξερε αλλά ούτε είχε καν την παραμικρή, έστω και δημοσιογραφική, περιέργεια να μάθει για ποιον Μέρτεν μιλούσε ο Γλέζος. Και έτσι ο Μέρτεν… έγινε Μέρτελ.

happy-crowd-sieg-heiling-ah4Και κλείνω λέγοντας πως η ενασχόληση με το ναζιστικό παρελθόν δεν επιφέρει πάντα μόνο θετικά αποτελέσματα: άνθρωποι που ασχολήθηκαν και πρωτοπόρησαν το Μάη το ’68 ενάντια στους ναζί πατεράδες τους ή υπήρξαν δριμείς κατήγοροι της δράσης τους, όπως ο ευρωβουλευτής Ντανιέλ Κον Μπεντιτ (γνωστός τότε και ως ο «κόκκινος Ντάνι») και ο πρώην υπουργός εξωτερικών της Γερμανίας, Γιόσκα Φίσερ, χρησιμοποίησαν το ναζιστικό παρελθόν για να πείσουν το γερμανικό λαό να πάρει μέρος ξανά σε έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Τον πόλεμο ενάντια στη Γιουγκοσλαβία. Το επιχείρημα;… «Ως Γερμανοί έχουμε χρέος να μην επιτρέψουμε άλλο Άουσβιτς». Και έτσι, το «μετά το 45 ποτέ πια πόλεμος», μετατράπηκε από κεί και πέρα στο «κανένας πόλεμος χωρίς τη Γερμανία!». Και μάλιστα στο όνομα της αποφυγής ενός ακόμα Άουσβιτς.

(Ελπίζω να μην δημιουργήθηκε η εντύπωση πως κάνω διαχωρισμό σε κακούς Γερμανούς και καλούς Έλληνες. Θέλω απλώς να επιστήσω την προσοχή στο ότι είμαστε διαφορετικοί, χωρίς καμιά περαιτέρω αξιολόγηση.  Από τη δουλειά μου με ομάδες διαφόρων εθνικοτήτων γνωρίζω πως η άγνοια της διαφορετικής πολιτισμικής ταυτότητας του άλλου μπορεί εύκολα να σταθεί εμπόδιο στις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις, με αποτέλεσμα να μην επιτευχθεί τελικά η λύση που και οι δυο μεριές επιδιώκουν.)

 

 

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

(Σάββ. 03/01/15 – 19:14)

Του ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ Κ. ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ*

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΗ μόνη χώρα της ευρωζώνης, που δεν υπέγραψε την δανειακή σύμβαση Ελλάδας–χωρών ευρωζώνης (έχει επικρατήσει να αναφέρεται ως μνημόνιο Νο1) απευθείας με την Ελλάδα ήταν η Γερμανία (αντ’ αυτής υπέγραψε η γερμανική κρατική επενδυτική τράπεζα ειδικού σκοπού KFW). Ο προφανέστατος λόγος, είναι η ύπαρξη του γερμανικού κατοχικού δανείου και των γερμανικών επανορθώσεων (όχι οι γερμανικές κατοχικές αποζημιώσεις για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά την γερμανική κατοχή,  που πρέπει να διεκδικηθούν). Το ύψος τους κατά το έτος 2010, χωρίς συνυπολογισμό των τόκων, εκτιμάτο σε 162 δις ευρώ.

Η απόφαση της 19μελούς Διασυμμαχικής Επιτροπής των Παρισίων του 1946, καταλόγισε στη Γερμανία ότι οφείλει να καταβάλλει στην Ελλάδα:

– 7,1 δις δολάρια, αγοραστικής αξίας 1938, δηλαδή αξίας 108 δις ευρώ το 2010 χωρίς συνυπολογισμό των τόκων, που είναι επανορθώσεις για καταστροφές στις υποδομές κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής και οφείλονται στο ελληνικό δημόσιο.

– Το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο ύψους 3,5 δις δολαρίων, αγοραστικής αξίας 1938, δηλαδή αξίας 54 δις ευρώ το 2010 χωρίς συνυπολογισμό των τόκων. Το δάνειο αυτό, υπολογιζόμενο κάθε έτος, τόσο από την τράπεζα της Ελλάδας, όσο και από την γερμανική κρατική τράπεζα, προκάλεσε καθοριστικά την πείνα και τους εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς από την γερμανική κατοχή.

Η Γερμανία δεν έχει προβεί σε εξόφληση αυτών των αναγνωρισμένων οφειλών της προς την Ελλάδα, ενώ έχει εξοφλήσει όλες ανεξαιρέτως τις χώρες με τις οποίες βρέθηκε σε εμπόλεμη κατάσταση. Και τα δύο αυτά ποσά δεν έχουν παραγραφεί, ούτε μπορούν να παραγραφούν, γιατί είναι αναγνωρισμένες οφειλές με διεθνείς συμφωνίες και διεθνείς συμβάσεις και είναι αρκετή η έγγραφη απαίτησή τους από την  εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση. Εάν αυτό συνέβαινε και η γερμανική κυβέρνηση αρνιόταν την καταβολή τους, η όποια ελληνική κυβέρνηση θα στοιχειοθετούσε δικαίωμα προσφυγής στα διεθνή δικαστήρια και αναμφισβήτητης δικαίωσής της για την λήψη τους.

Η σχετική δανειακή συμφωνία του αναγκαστικού γερμανικού κατοχικού δανείου υπογράφηκε την 14/3/1942 από τους πληρεξούσιους της Γερμανίας και της Ιταλίας στην Ελλάδα, Άλτενμπουργκ και Γκίτζι. Η Ελλάδα δεν είχε προσκληθεί και δεν ήταν παρούσα. Στην Ελλάδα την ανακοίνωσε μετά από εννιά μέρες ο Άλτενμπουργκ με την ρηματική διακοίνωση 160/23-3-1942 και ο Γκίτζι με το σημείωμά του Νο4/6406/461/23-3-1942.

Συνέχεια ανάγνωσης

Κοινωνικός μετασχηματισμός στα Ιόνια νησιά από 15ο έως τον 19ο αιώνα


Δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία με τίτλο «Η ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων τσα Ιόνια νησιά»

Ιστορικά σελ 41
3 Αυγούστου 2014

20052010-ΕΠΕΤΕΙΟΣ_ΕΝΩΣΗΣ-3[1]



Ο λαός των νησιών του Ιονίου βίωσε  μια απάνθρωπη σκλαβιά κατά την βενετσιάνικη κατοχή (1484-1797), διαφορετική από εκείνη που ζούσαν οι χριστιανικοί πληθυσμοί στη στεριά κάτω από τους «αλλόθρησκους» και «απολίτιστους» Οθωμανούς.

Η απάνθρωπη οικονομική εκμετάλλευση ως  αποτέλεσμα τυραννικής καταπίεσης που με την μορφή της βαριάς φορολογίας, της υποχρεωτικής στράτευσης, της επάνδρωσης πολεμικών πλοίων αλλά και της μορφής διοίκησης που επέτρεπε στην κλειστή τάξη των αρχόντων το δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις.

Τα ονόματα των αρχόντων, γραμμένα σε τοπικές libro d’oro, εξασφάλιζαν τα προνόμια. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν ξενόφερτοι τυχοδιώκτες που συνήθως βοήθησαν πολεμώντας για την Βενετία.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Η κυβέρνηση ΝΔ – ΚΚΕ του 1989

16841067_0182918.limghandler[1]

Εφημερίδα «Πριν»   29/6/2014
του Γιώργου Δέλαστικ

Ήταν σαν μεθαύριο, πριν από ένα τέταρτο του αιώνα: 1 Ιουλίου 1989. Τότε, πριν πό 25 ακριβώς χρόνια, έπεφτε Σάββατο η 1η Ιουλίου. Γύρω στις 7 το απόγευμα ο Βουλευτής της ΝΔ Τζαννής Τζαννετάκης παίρνει από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Χρήστο Σαρτζετάκη την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.

ΔΕΛΑΣΤΙΚ%20ΦΩΤΟ[1]Λίγες ώρες νωρίτερα έχει πάρει μέρος σε σύσκεψη του αρχηγού της ΝΔ Κωνσταντίνου Μητσοτάκη με τους δύο αρχηγούς του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου, τον γενικό γραμματέα του ΚΚΕ Χαρίλαο Φλωράκη και τον αρχηγό της ΕΑΡ (όπως έχει μετονομαστεί το ΚΚΕ Εσωτερικού) Λεωνίδα Κύρκο. Αυτοί έχουν αποφασίσει όχι μόνο να σχηματίσουν κυβέρνηση Δεξιάς – Αριστεράς, αλλά στη συνάντησή τους… μοίρασαν και τα υπουργεία!

Στις 18 Ιουνίου 1989 είχαν γίνει βουλευτικές εκλογές. Η ΝΔ, παρά το γεγονός ότι πήρε το 44,25% των ψήφων, λόγω του σχεδόν αναλογικού εκλογικού συστήματος είχε πάρει 145 βουλευτές. Το ΠΑΣΟΚ είχε αντέξει στην ασφυκτική πίεση συγκεντρώνοντας το 39,15% των ψήφων και 125 Βουλευτές. Ο μεγάλος χαμένος των εκλογών ήταν ο Συνασπισμός της Αριστεράς, ο οποίος παρά τις στημένες από τη Δεξιά δημοσκοπήσεις που τον απογείωναν λαμβάνει μόνο το γλίσχρο 13,12% των ψήφων – μόλις μια εκατοστιαία μονάδα πάνω από το άθροισμα των ποσοστών που είχαν πάρει στις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές του 1985 χωριστά το ΚΚΕ και το ΚΚΕ Εσωτερικού.

Συνέχεια ανάγνωσης

Τα πολιτικά κόμματα κατά την Επανάσταση του 1821

kolokotronis

 

του Γιάννη Μηλιού

 

Η Ελληνική Επανάσταση προέκυψε ως αποτέλεσμα της αποσύνθεσης και διάλυσης του ασιατικού τρόπου παραγωγής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, διαδικασία που στις περιοχές της Νότιας Ελλάδας, όπου ξέσπασε κυρίως η Επανάσταση, συναρθρώθηκε με τη δημιουργία και κυριαρχία καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Οι δημιουργούμενες και σταδιακά επεκτεινόμενες αστικές σχέσεις προσέλαβαν, αναγκαστικά, ένα εθνικό ιδεολογικό πρόσημο. Η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε με τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους, πράγμα που με τη σειρά του επιτάχυνε τη δημιουργία σχέσεων ατομικής ιδιοκτησίας και την επέκταση του χώρου κυριαρχίας του (εμπορικού και εφοπλιστικού) κεφαλαίου.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ για το ζήτημα των εθνοτήτων, το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και το Ουκρανικό ζήτημα.


Το κείμενο που ακολουθεί το έγραψε η Ρόζα Λούξεμπουργκ το 1918 ενώ ήταν φυλακή.

 

lux[1]

«Οι Μπολσεβίκοι είναι, εν μέρει, υπεύθυνοι, για το γεγονός ότι η στρατιωτική ήττα, μετασχηματίστηκε, σε κατάρρευση και διάσπαση της Ρωσίας. Επιπλέον, οι ίδιοι οι μπολσεβίκοι όξυναν, σε μεγάλο βαθμό, τις αντικειμενικές δυσκολίες αυτής της κατάστασης, με ένα σύνθημα, το οποίο τοποθέτησαν, στο προσκήνιο της πολιτικής τους: Το επιλεγόμενο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών – ή κάτι που, ουσιαστικά, ενυπήρχε, σε αυτό το σύνθημα – την διάσπαση της Ρωσίας.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Το «Υπουργείο Κατοχής» και ο ναυτικός αποκλεισμός του Πειραιά κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο.

 

 

1 κατάλογοςΚατά την διάρκεια του 19ου Αιώνα η πολιτική της Γαλλίας αλλά κατ΄εξοχήν της Αγγλίας στην Ανατολή πρότασσε ως βασική προτεραιότητα την εδαφική ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως βασική ανάσχεση της Ρωσικής καθόδου στην Μεσόγειο. Αντιθέτως η Ρωσία είχε προαιώνιο πόθο την συντριβή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την κάθοδο της στο Αιγαίο. Για τρεις αιώνες η Ρωσία επεδίωκε τον στόχο αυτό προσεταιριζόμενη όλους τους Χριστιανικούς λαούς (και κυρίως τους Έλληνες. Η πολιτική αυτή θα άλλαζε το 1860 όταν η Ρωσία (δυστυχώς για την Ελλάδα και τα συμφέροντα του Ελληνισμού) θα εστερνιζόταν την Θεωρία του Πανσλαβισμού.

Την εξιστορούμενη εποχή  Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε μια σειρά σοβαρών προβλημάτων με κυριότερο την οικονομική χρεοκοπία και τις αντίπαλες φατρίες μέσα στην Υψηλή Πύλη. Αυτό την καθιστούσε αδύναμη πολιτικά και στρατιωτικά (ο περίφημος «μεγάλος ασθενής») και έσπρωχνε την Ρωσία του τσάρου Νικολάου Α΄ να αναζητά μια αφορμή για να επέμβει εις βάρος της.
Αυτή δόθηκε στις αρχές του 1850 με το πρόβλημα της ιδιοκτησίας του πανάγιου Τάφου της Βηθλεέμ στα Ιεροσόλυμα και την διένεξη μεταξύ των Ορθοδόξων και των Καθολικών. Η διένεξη αυτή σοβούσε επί δύο αιώνες και πλέον, με τον εκάστοτε Σουλτάνο να εκδίδει διαδοχικά αντιφατικά φιρμάνια για το καθεστώς ιδιοκτησίας. Με αφορμή μια Γαλλική επέμβαση στον Σουλτάνο υπέρ των

2 imagesΚαθολικών, ο Ρώσος απεσταλμένος του Τσάρου στην Κωνσταντινούπολη Μεντσίκωφ επέδωσε τελεσίγραφο στον Σουλτάνο στις 23 Απριλίου 1853 με το οποίο όχι μόνο ζητούσε να αποδοθεί η ιδιοκτησία του τάφου στους Ορθοδόξους, αλλά ζητούσε ο Σουλτάνος να αναγνωρίσει με επίσημο φιρμάνι τους Ρώσους ως προστάτες των Ορθοδόξων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Οι δύο πρεσβευτές της Γαλλίας και της Αγγλίας ώθησαν τον Σουλτάνο να απορρίψει το τελεσίγραφο υποσχόμενοι αμέριστη υποστήριξη σε περίπτωση ένοπλης αναμέτρησης. Η Ρωσία προσπάθησε να έρθει σε συνεννόηση με την Αγγλία και την Αυστρία πριν ξεκινήσουν οι εχθροπραξίες, αλλά μάταια. Αντιθέτως σχηματίστηκε μια πανίσχυρη συμμαχία εναντίον της στην οποία συμμετείχαν και οι 2 άλλες υπερδυνάμεις της εποχής Αυστρία και Πρωσία. Στις 18 Νοεμβρίου 1853 ξεκίνησαν οι εχθροπραξίες μεταξύ Ρώσων και Τούρκων στον Δούναβη και ο Ρωσικός στόλος κατέστρεψε μοίρα του Τουρκικού στόλου που ναυλοχούσε στο λιμάνι της Σινώπης. Ακολούθησε απόβαση των όψιμων συμμάχων της Οθ. Αυτοκρατορίας στην χερσόνησο της Κριμαίας και έναρξη εχθροπραξιών που περιορίστηκαν πλέον σε Ρωσικό έδαφος.